Κι αν στη θέση της Μυρτώς ήταν το παιδί σου;

17.04.2026

Ανάμεσα σε ισχυρισμούς και μαρτυρίες, η αλήθεια για τη 19χρονη παραμένει ανοιχτή.

Της Νικόλ Μακρή

Ο τρόπος που χάθηκε η 19χρονη Μυρτώ δεν προσφέρεται για εύκολες ερμηνείες, ούτε για βιαστικά συμπεράσματα. Αντιθέτως, λειτουργεί σαν ένας καθρέφτης που επιστρέφει πίσω στην κοινωνία μια εικόνα που δύσκολα αντέχει κανείς να κοιτάξει κατάματα. Γιατί εδώ δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με μια τραγωδία, αλλά με μια αλληλουχία αποφάσεων που αποκαλύπτουν κάτι βαθύτερο για τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την ευθύνη, τα όρια και –τελικά– τον ίδιο τον άνθρωπο.

Ήταν ένα κορίτσι 19 ετών. Αυτό από μόνο του θα έπρεπε να αρκεί για να οριοθετήσει τη συζήτηση. Όμως, όπως συμβαίνει συχνά, η συζήτηση εκτρέπεται. Μετατοπίζεται από το ουσιώδες στο δευτερεύον, από το γεγονός της εγκατάλειψης σε λεπτομέρειες που δεν έχουν καμία πραγματική σημασία. Και κάπου εκεί, χάνεται το βασικό ερώτημα. Πώς γίνεται, σε μια κρίσιμη στιγμή, να επιλέγεις να απομακρυνθείς αντί να παρέμβεις;

Η απάντηση δεν είναι απλή, αλλά δεν είναι και ακατανόητη. Υπάρχει ένας μηχανισμός που ενεργοποιείται σχεδόν αυτόματα. Ο φόβος της εμπλοκής, η σκέψη των συνεπειών και η ανάγκη να προστατεύσεις τον εαυτό σου. Σε θεωρητικό επίπεδο, όλα αυτά μοιάζουν ανθρώπινα. Στην πράξη όμως, όταν απέναντί σου βρίσκεται ένας άνθρωπος σε κατάσταση ανάγκης, η στάθμιση αλλάζει. Και εκεί ακριβώς κρίνεται το όριο ανάμεσα στην ατομική αυτοπροστασία και στην κοινωνική ευθύνη.

Στην περίπτωση της Μυρτώς, το όριο αυτό παραβιάστηκε με τον πιο ωμό τρόπο. Δεν έγινε το αυτονόητο. Δεν υπήρξε η στοιχειώδης αντίδραση που θα μπορούσε, ενδεχομένως, να αλλάξει την έκβαση. Αντί γι’ αυτό, υπήρξε αποχώρηση. Και η αποχώρηση, σε τέτοιες συνθήκες, δεν είναι ουδέτερη πράξη. Είναι επιλογή με συνέπειες.

Αυτό που προκαλεί μεγαλύτερη ανησυχία δεν είναι μόνο η ίδια η πράξη, αλλά το γεγονός ότι εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο. Δεν είναι η πρώτη φορά που κάποιος εγκαταλείπεται. Δεν είναι η πρώτη φορά που το «μην μπλέξω» υπερισχύει του «πρέπει να βοηθήσω». Και αυτό υποδηλώνει ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό, αλλά για σύμπτωμα.

Σύμπτωμα μιας κοινωνίας που έχει μάθει να αποφεύγει την ευθύνη όταν αυτή συνεπάγεται κόστος. Που διδάσκει, συχνά άτυπα αλλά αποτελεσματικά, ότι η προσωπική ασφάλεια προηγείται. Που λειτουργεί με όρους διαχείρισης κινδύνου ακόμη και σε στιγμές που θα έπρεπε να λειτουργεί με όρους αλληλεγγύης.

Την ίδια στιγμή, ο δημόσιος λόγος γύρω από την υπόθεση αποκαλύπτει μια δεύτερη, εξίσου προβληματική διάσταση. Την τάση για μετατόπιση της ευθύνης. Για αναζήτηση στοιχείων που θα επιτρέψουν, έστω και υπαινικτικά, να διαχυθεί η ενοχή. Είναι μια γνωστή πρακτική. Εστιάζεις στο θύμα, στις επιλογές του, στην εικόνα του. Και χωρίς να το δηλώσεις ευθέως, αφήνεις να αιωρείται η ιδέα ότι ίσως «κάτι υπήρχε».

Αυτή η λογική δεν είναι απλώς άδικη, είναι επικίνδυνη. Διότι μεταβάλλει το πλαίσιο μέσα στο οποίο αξιολογούνται τέτοιες πράξεις. Αν αρχίσεις να αποδέχεσαι ότι η συμπεριφορά του θύματος μπορεί να λειτουργήσει ως ελαφρυντικό, τότε έχεις ήδη κάνει ένα βήμα προς την κανονικοποίηση της βίας και της αδιαφορίας.

Στην περίπτωση της Μυρτώς, το γεγονός παραμένει απλό και αδιαπραγμάτευτο. Ένας άνθρωπος βρέθηκε σε κατάσταση ανάγκης και δεν έλαβε βοήθεια από εκείνους που μπορούσαν να τη δώσουν.

Βεβαίως, οι ποινικές ευθύνες θα κριθούν από τη Δικαιοσύνη, όπως οφείλει να συμβεί. Αλλά υπάρχει και ένα επίπεδο που δεν καλύπτεται από τις δικαστικές αποφάσεις. Το επίπεδο της ηθικής αξιολόγησης. Εκεί όπου τα πράγματα είναι πιο καθαρά και ταυτόχρονα, πιο απαιτητικά. Διότι δεν αρκεί να διαπιστώσεις τι έγινε. Πρέπει να αναρωτηθείς γιατί έγινε και κυρίως, πώς αποτρέπεται στο μέλλον.

Και εδώ η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στους νόμους. Βρίσκεται στον τρόπο που διαμορφώνονται τα κοινωνικά αντανακλαστικά. Στον τρόπο που μεγαλώνουν οι επόμενες γενιές. Στο τι θεωρείται αυτονόητο και τι όχι. Αν το αυτονόητο είναι να φύγεις για να προστατευτείς, τότε το πρόβλημα είναι βαθύ.

Η υπόθεση αυτή θα ξεχαστεί, όπως ξεχνιούνται πολλές. Θα αντικατασταθεί από άλλες ειδήσεις, άλλα γεγονότα. Αυτό που δεν θα έπρεπε να ξεχαστεί είναι το ερώτημα που αφήνει πίσω της. Πού ακριβώς τοποθετούμε το όριο της ευθύνης μας απέναντι στον άλλον;

Διότι, σε τελική ανάλυση, αυτό είναι που καθορίζει την ποιότητα μιας κοινωνίας. Όχι οι διακηρύξεις της, αλλά οι αντιδράσεις της στις κρίσιμες στιγμές. Και αυτές οι αντιδράσεις, όπως αποδείχθηκε για άλλη μια φορά, δεν είναι πάντα αντάξιες των αξιών που υποτίθεται ότι πρεσβεύουμε.-

Οι απολογίες, οι αντιφάσεις και τα κρίσιμα ερωτήματα της υπόθεσης

Ενώπιον του ανακριτή βρέθηκαν οι τρεις νεαροί που κατηγορούνται για την υπόθεση θανάτου της 19χρονης Μυρτώς στο Αργοστόλι, σε μια υπόθεση που έχει προκαλέσει έντονο σοκ όχι μόνο στην τοπική κοινωνία της Κεφαλονιάς αλλά και σε ολόκληρη τη χώρα.

Πρώτος προσήλθε στο Δικαστικό Μέγαρο λίγο μετά τις 10 το πρωί ο 26χρονος, πρώην αθλητής της άρσης βαρών, συνοδευόμενος από τον συνήγορό του. Στην πολύωρη απολογία του, η οποία διήρκεσε περίπου τέσσερις ώρες, φέρεται να υποστήριξε ότι μαζί με τον 23χρονο και τη 19χρονη είχαν συγκεντρώσει χρήματα, προκειμένου να προμηθευτεί ο ίδιος ναρκωτικές ουσίες από άτομο που γνώριζε.

Σύμφωνα με όσα κατέθεσε, η χρήση των ουσιών έγινε σε δωμάτιο ξενοδοχείου, όπου διέμεναν. Όπως ανέφερε, κάποια στιγμή η Μυρτώ άρχισε να αισθάνεται έντονη αδιαθεσία και εκείνος εκτίμησε ότι υπέστη επιληπτική κρίση. Ισχυρίστηκε πως προσπάθησε να της ανοίξει το στόμα και ότι σε εκείνη τη φάση η κοπέλα τον δάγκωσε, εξηγώντας έτσι —κατά τον ίδιο— τις σταγόνες αίματος που εντοπίστηκαν στον χώρο. Μάλιστα, φέρεται να ζήτησε τη διενέργεια ιατροδικαστικής εξέτασης, υποστηρίζοντας ότι φέρει ακόμη σημάδια από το δάγκωμα στο χέρι του.

Αναφορικά με τον 22χρονο, σύμφωνα με την ίδια εκδοχή, βρισκόταν σε διαφορετικό δωμάτιο του ξενοδοχείου και ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά όταν η κατάσταση της 19χρονης επιδεινώθηκε. Όπως κατέθεσε, μετέβη στο δωμάτιο για να βοηθήσει, πήρε το μπουφάν της κοπέλας —γεγονός που, όπως υποστηρίζει, εξηγεί γιατί εμφανίζεται πρώτος να εξέρχεται από το ξενοδοχείο— και στη συνέχεια, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, η Μυρτώ μεταφέρθηκε έξω, στο πεζούλι, όπου περίμεναν την άφιξη του ασθενοφόρου.

Ο 22χρονος ανέφερε επίσης ότι σκέπασε τη νεαρή με το μπουφάν του για να μην κρυώσει και ότι παρέμειναν μαζί της μέχρι να φτάσει το ΕΚΑΒ, στο οποίο και την παρέδωσαν. Παραδέχτηκε, ωστόσο, ότι αρχικά είχε δηλώσει πως δεν τη γνώριζε, χαρακτηρίζοντας τη στάση του αυτή ως λάθος.

Η υπερασπιστική γραμμή των κατηγορουμένων συνοψίζεται στον ισχυρισμό ότι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να βοηθήσουν τη 19χρονη και ότι δεν την εγκατέλειψαν σε κανένα στάδιο.

Ωστόσο, σοβαρά ερωτήματα προκύπτουν από μαρτυρίες διασωστών του ΕΚΑΒ, οι οποίοι φέρονται να αναφέρουν ότι όταν έφτασαν στο σημείο δεν υπήρχε κανείς δίπλα στη Μυρτώ. Η συγκεκριμένη αναφορά έρχεται σε αντίθεση με όσα υποστηρίζουν οι κατηγορούμενοι και αποτελεί κρίσιμο στοιχείο που εξετάζεται από τις δικαστικές αρχές.

Καθοριστικής σημασίας θεωρούνται και τα αποτελέσματα των τοξικολογικών εξετάσεων, τα οποία αναμένεται να ρίξουν φως στα ακριβή αίτια του θανάτου και στο κατά πόσο η χρήση κοκαΐνης ήταν από μόνη της καθοριστική ή αν συνέβαλαν και άλλοι παράγοντες.

Από την πλευρά του 23χρονου, ο συνήγορός του υποστήριξε ότι ο εντολέας του προχώρησε σε κάθε δυνατή ενέργεια για να βοηθήσει τη νεαρή, επιμένοντας ότι δεν υπήρξε εγκατάλειψη. Αντίθετη είναι, ωστόσο, η θέση της οικογένειας της Μυρτώς, με τον συνήγορό της να τονίζει την ανάγκη πλήρους διερεύνησης της υπόθεσης και απόδοσης ευθυνών όπου αυτές προκύψουν, υπογραμμίζοντας πως «όποιος ευθύνεται πρέπει να λογοδοτήσει».

Την ίδια στιγμή, ένταση προκλήθηκε από ισχυρισμούς της υπεράσπισης σχετικά με τη λειτουργία του Νοσοκομείου Αργοστολίου. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε ότι δεν υπήρχαν γιατροί τη νύχτα που μεταφέρθηκε η 19χρονη, ισχυρισμός που διαψεύστηκε άμεσα από τον υπουργό Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης, ο οποίος έκανε λόγο για ανακριβείς αναφορές, ξεκαθαρίζοντας ότι υπήρχε πλήρης ιατρική κάλυψη.

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο πρόεδρος των γιατρών του νοσοκομείου διαβεβαίωσε ότι το ιατρικό προσωπικό βρισκόταν κανονικά στις θέσεις του και ότι καταβλήθηκε κάθε δυνατή προσπάθεια για τη διάσωση της 19χρονης, η οποία μεταφέρθηκε σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση, με πνευμονικό οίδημα και ανακοπή.

Κομβικό σημείο της υπόθεσης παραμένει ο χρόνος που μεσολάβησε από τη στιγμή που η Μυρτώ εμφάνισε τα πρώτα σοβαρά συμπτώματα μέχρι την ειδοποίηση του ΕΚΑΒ, καθώς εξετάζεται πόση ώρα παρέμεινε σε κατάσταση αδυναμίας μέσα στο δωμάτιο.

Παράλληλα, οι αρχές διερευνούν και την πιθανή εμπλοκή ενός 66χρονου άνδρα από την Πρέβεζα, ο οποίος φέρεται να είχε επικοινωνία με τη 19χρονη τις ώρες πριν το περιστατικό. Σύμφωνα με πληροφορίες, της είχε μεταφέρει χρηματικό ποσό και της είχε προτείνει να τη φιλοξενήσει, καθώς η ίδια φαινόταν ψυχολογικά επιβαρυμένη και επιθυμούσε να απομακρυνθεί από το περιβάλλον στο οποίο βρισκόταν.

Το χρονικό διάστημα από τις 04:00 έως τις 04:30 τα ξημερώματα θεωρείται κρίσιμο, καθώς παραμένει ασαφές πότε ακριβώς η 19χρονη έχασε τις αισθήσεις της και πότε κλήθηκε το ασθενοφόρο.

Η διαδικασία των απολογιών συνεχίζεται, ενώ ανακριτής και εισαγγελέας καλούνται να αποφασίσουν εάν οι κατηγορούμενοι θα προφυλακιστούν ή θα αφεθούν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους, αντιμετωπίζοντας σοβαρές κατηγορίες.

Την ίδια ώρα, σε κλίμα βαθιάς οδύνης, συγγενείς και φίλοι αποχαιρέτησαν τη Μυρτώ στον Ιερό Ναό Μητροπόλεως Αργοστολίου, λίγα μόλις μέτρα από το Δικαστικό Μέγαρο, όπου εκτυλισσόταν παράλληλα η διαδικασία των απολογιών.

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.