Διθυραμβικά σχόλια στο Χ για την εμφάνισή του στη σειρά του Καπουτζίδη – Αν ζούσε στο Χόλιγουντ, ίσως πράγματι να είχε πάρει Όσκαρ.
Της Νικόλ Μακρή
Υπάρχουν ηθοποιοί που όταν ανεβαίνουν στη σκηνή ή στέκονται μπροστά στην κάμερα, κουβαλούν την αίσθηση ότι υποδύονται. Και υπάρχουν άλλοι, σπανιότεροι, που απλώς είναι. Ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Ένας άνθρωπος που, χωρίς φανφάρες, χωρίς «ρόλους ζωής» ή σκηνοθετημένες εξάρσεις, κατάφερε να γίνει κομμάτι της μνήμης και της ψυχής του ελληνικού κοινού.
Ένας χρήστης στο X έγραψε: «Αυτός ο Σκιαδαρέσης παίζει άνετα τον χαζό, τον έξυπνο, τον φασίστα, τον πληγωμένο, τον γελοίο, τον ευαίσθητο. Έξω θα έπαιρνε Όσκαρ με συνοπτικές». Και κάπως έτσι συνοψίζεται μια ολόκληρη καριέρα.

Ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης γεννήθηκε στην Πάτρα στις 18 Δεκεμβρίου 1960. Μεγάλωσε σε μια εποχή δύσκολη, με οικογενειακές ανατροπές, με χωρισμούς, με σιωπές που έπρεπε να μάθει να διαβάζει. Η μητέρα του, καθηγήτρια αγγλικών, ήταν η πρώτη του σταθερά – ένας άνθρωπος με αγάπη για τη γνώση και πειθαρχία, που τον μεγάλωσε μόνη της, με τη βοήθεια των παππούδων του. Όταν η χούντα την ανάγκασε να αφήσει τη δουλειά της στην Πάτρα, η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα. Εκεί, στις γειτονιές της πρωτεύουσας, μέσα σε φωνές, κίνηση και ταραχή, ο Γεράσιμος άρχισε να μαθαίνει αυτό που θα γινόταν αργότερα η τέχνη του…την παρατήρηση των ανθρώπων.
Ο πατέρας του έμεινε μακριά. Τον έβλεπε αραιά, σχεδόν εθιμοτυπικά. Πέρασαν σαράντα χρόνια ώσπου να ξαναβρεθούν, χωρίς θυμό, μόνο με την αμηχανία μιας επανασύνδεσης που άργησε πολύ. Αυτή η απουσία, όπως έχει παραδεχτεί, του άφησε ένα είδος πληγής , αλλά και μια κατανόηση για την ανθρώπινη ευθραυστότητα, κάτι που χρόνια αργότερα θα μεταφραζόταν σε μια βαθιά ενσυναίσθηση πάνω στη σκηνή.
Στα μαθητικά του χρόνια δεν φαινόταν προορισμένος για ηθοποιός. Ήθελε να γίνει αρχιτέκτονας, να σχεδιάζει κτίρια, να δίνει μορφή σε πράγματα σταθερά. Όμως το διάβασμα δεν του ταίριαζε, κι έτσι στράφηκε αλλού. Η δραματική σχολή της Ευγενίας Χατζίκου ήταν μια δοκιμή, όχι ένα σχέδιο. Κι όμως, εκεί βρήκε τη φωνή του. «Κατάλαβα ότι αυτό είναι», έχει πει σε συνέντευξη. «Ότι εδώ μπορώ να είμαι όλα όσα δεν πρόλαβα να γίνω».

Αποφοίτησε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και ξεκίνησε όπως ξεκινούν σχεδόν όλοι: με μικρούς ρόλους, κομπάρσος, μεροκάματα στη Λυρική, συνεργασίες που έμοιαζαν περισσότερο με στοίχημα παρά με βήμα. Η μεγάλη πόρτα δεν άνοιξε ποτέ απότομα, άνοιξε σιγά με τη σταθερότητα εκείνου που δεν βιάζεται. Οι σκηνοθέτες που τον εμπιστεύτηκαν πρώτοι –ο Νίκος Περάκης, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Σμαραγδής– διέκριναν πάνω του κάτι που δεν είχε να κάνει με τη φιγούρα ή την υποκριτική τεχνική, αλλά με την αλήθεια του βλέμματός του.
Ο κινηματογράφος τον υποδέχτηκε σε ρόλους που δεν κρατούσαν το πρώτο όνομα στην αφίσα, αλλά έμεναν στη μνήμη: «Λούφα και Παραλλαγή», «Τοπίο στην Ομίχλη», «Το μετέωρο βήμα του πελαργού», «Ο άνθρωπος του Θεού». Ήταν πάντα εκεί, σταθερός, διακριτικός, να υπηρετεί το σύνολο χωρίς να ζητάει τίτλους. Κάποια στιγμή δοκίμασε και το διεθνές σινεμά, στο «Captain Corelli’s Mandolin», αποδεικνύοντας πως η φυσικότητά του δεν έχει γλώσσα.
Παράλληλα, το θέατρο έγινε το δεύτερο σπίτι του. Από τον «Πίντερ» και τον «Μάμετ» μέχρι τον Αριστοφάνη και τον Καμπανέλλη, πέρασε ρόλους και εποχές χωρίς να εγκλωβιστεί. Δεν είναι ο ηθοποιός που φοβάται να πειραματιστεί αντίθετα, μοιάζει να το χρειάζεται για να αναπνέει. Έχει πει πως η υποκριτική είναι «ένα διαρκές ξεγύμνωμα» και πως το κοινό καταλαβαίνει πάντα πότε λες ψέματα. Αυτή η φράση θα μπορούσε να είναι και το απόφθεγμά του: ποτέ τίποτα ψεύτικο, ποτέ τίποτα πιο μεγάλο απ’ ό,τι είναι ο άνθρωπος.

Η τηλεόραση, ωστόσο, ήταν εκείνη που τον έκανε γνωστό σε όλους. Ο Φατσέας από το «Καφέ της Χαράς» είναι πια εμβληματικός, μια φιγούρα που θα μπορούσε να έχει γραφτεί μόνο γι’ αυτόν – ο γραφικός, ευγενικός, ευαίσθητος χωρικός που μιλάει με πομπώδη λόγια, κρύβοντας πίσω τους μια βαθιά αφέλεια και καλοσύνη. Πολλοί ρόλοι περνούν από τα κανάλια, λίγοι όμως μένουν ο Φατσέας έμεινε γιατί ο Σκιαδαρέσης τον γέμισε με καρδιά. Και μετά από εκεί, ήρθαν κι άλλες επιτυχίες, σειρές όπως η «Μουρμούρα», οι «Βασιλιάδες», τα «Μαύρα Μεσάνυχτα» – πάντα με μια σταθερότητα που δείχνει επαγγελματία με συνέπεια και βάθος.
Πίσω από τα φώτα, η ζωή του κυλά ήρεμα. Από το 1997 είναι παντρεμένος με τη Μπέσυ Μάλφα, επίσης ηθοποιό, με την οποία μοιράζεται όχι μόνο την οικογενειακή καθημερινότητα αλλά και το πάθος για τη σκηνή. Έχουν τρία παιδιά, δύο δίδυμες κόρες τις “Σκιαδαρέσες” και έναν γιο. Η οικογένεια του είναι για εκείνον το αντίβαρο στην έκθεση. Δεν είναι ο τύπος που θα δώσει τροφή για σχόλια. Αντίθετα, όταν μιλάει δημόσια, μιλάει για τη δουλειά του, για την ευθύνη απέναντι στον ρόλο, για την ανάγκη να χαίρεται αυτό που κάνει. «Αν πάψεις να χαίρεσαι, τότε δεν υπάρχει λόγος να το συνεχίσεις», λέει.

Και έπειτα ήρθαν οι «Σέρρες». Ο Γιώργος Καπουτζίδης του έδωσε έναν ρόλο που δεν βασίζεται σε αστεία, αλλά σε αλήθειες. Έναν ρόλο που ακουμπά στις πληγές της ελληνικής οικογένειας, στις προκαταλήψεις, στη δυσκολία της αγάπης. Ο Σκιαδαρέσης δεν ερμηνεύει απλώς τον ήρωά του, τον κουβαλάει σαν σκιά, σαν εμπειρία που τον αφορά προσωπικά. Η σιωπή του, το βλέμμα του, οι μικρές παύσεις του, όλα μοιάζουν μελέτη πάνω στην ανθρωπιά. Σε μια σειρά όπου το χιούμορ συναντά τη συγκίνηση, εκείνος ισορροπεί ανάμεσά τους. Δεν χρειάζεται να φωνάξει, να κάνει επίδειξη συναισθήματος. Αρκεί ένα χαμηλωμένο βλέμμα του για να ειπωθούν όλα.
Αυτό που κάνει τον Σκιαδαρέση ξεχωριστό δεν είναι οι επιτυχίες του, αλλά η στάση του απέναντι στο επάγγελμα. Δεν κυνηγάει τη δημοσιότητα, δεν ψάχνει τον τίτλο του «πρωταγωνιστή». Αντίθετα, αντιμετωπίζει κάθε ρόλο, μικρό ή μεγάλο, σαν έναν μικρό κόσμο που οφείλει να κατανοήσει. Οι ρόλοι του δεν είναι χαρακτήρες, είναι άνθρωποι. Με αντιφάσεις, με ευαισθησία, με γέλιο και δάκρυ. Είναι ο ηθοποιός που κάνει το καθημερινό να μοιάζει σημαντικό.

Πίσω από το βλέμμα του Φατσέα υπάρχει το βλέμμα του ανθρώπου που μεγάλωσε μέσα στις απώλειες και έμαθε να στέκεται. Πίσω από τον σοβαρό πατέρα των «Σερρών» υπάρχει εκείνο το παιδί που περίμενε τον πατέρα του και δεν ήρθε. Κι ίσως γι’ αυτό η αλήθεια του περνάει τόσο καθαρά στο κοινό…γιατί τίποτα δεν είναι φτιαχτό.
Αν κάποιος παρακολουθήσει τη διαδρομή του, θα δει έναν καλλιτέχνη που δεν σταμάτησε να εξελίσσεται. Από τη φρεσκάδα του νεαρού ηθοποιού στη δεκαετία του ’80 μέχρι τη στιβαρότητα του ώριμου δημιουργού σήμερα, ο Σκιαδαρέσης παραμένει πιστός σε μία αρχή: η υποκριτική δεν είναι επίδειξη, είναι ακρόαση.
Κι έτσι, κάθε φορά που εμφανίζεται στην οθόνη, δεν τον βλέπουμε ως ρόλο, αλλά ως αντανάκλαση ενός κομματιού μας. Ο χαζός, ο έξυπνος, ο πληγωμένος, ο ευαίσθητος – όλα όσα έγραψε εκείνος ο χρήστης στο X είναι αληθινά, γιατί όλα υπάρχουν μέσα του. Αν ζούσε στο Χόλιγουντ, ίσως πράγματι να είχε πάρει Όσκαρ. Μα εδώ, έχει κάτι σπουδαιότερο…την αγάπη και την εκτίμηση ενός κοινού που, χωρίς φωνές, τον θεωρεί δικό του άνθρωπο.

Ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης δεν είναι απλώς ένας μεγάλος ηθοποιός. Είναι η ήρεμη δύναμη μιας γενιάς που δεν χρειάζεται να κραυγάσει για να ακουστεί. Ένας άνθρωπος που αποδεικνύει ότι το ταλέντο δεν βρίσκεται στο πόσο φαίνεσαι, αλλά στο πόσο αληθινά μπορείς να υπάρξεις μέσα σε έναν ρόλο. Και αυτό, τελικά, είναι η πιο σπάνια μορφή τέχνης.-