Αντισυμβατικός, αιχμηρός, συχνά απρόβλεπτος, επέλεξε από νωρίς να κινηθεί έξω από τα «πρέπει» της κοινωνίας και να δημιουργήσει τη δική του περσόνα.
Της Νικόλ Μακρή
Υπάρχουν πολλών ειδών καλλιτέχνες, αυτοί που ακολουθούν τους κανόνες της εποχής τους και άλλοι που τους αγνοούν εντελώς, δημιουργώντας μια προσωπική διαδρομή που δύσκολα χωρά σε κατηγορίες. Ο Γιώργος Μαρίνος ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη περίπτωση. Αντισυμβατικός, αιχμηρός, συχνά απρόβλεπτος, επέλεξε από νωρίς να κινηθεί έξω από τα «πρέπει» της κοινωνίας, να δημιουργήσει τη δική του περσόνα και να χτίσει μια καριέρα που συνδύαζε το θέατρο, το τραγούδι, τη σάτιρα και την προσωπική εξομολόγηση.
Γεννημένος στις 18 Ιουνίου 1939, ο Γιώργος Μαρίνος μεγάλωσε στον Βοτανικό, σε μια φτωχογειτονιά της Αθήνας που διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα του. Οι γονείς του χώρισαν πριν καν συμπληρώσει τον πρώτο χρόνο της ζωής του και ο ίδιος μεγάλωσε κυρίως δίπλα στη μητέρα του. Ο πατέρας του είχε εξοριστεί στη Μακρόνησο για πολλά χρόνια και ο μικρός Γιώργος θα τον συναντήσει ξανά όταν γίνει περίπου δώδεκα ετών.

Παρά τις δυσκολίες των παιδικών του χρόνων, από πολύ νωρίς φαινόταν ότι είχε μια έντονη καλλιτεχνική φύση. Στη γειτονιά του έστηνε μικρές παραστάσεις, μιμούνταν ανθρώπους, έλεγε ιστορίες και έδειχνε ότι το ένστικτό του τον οδηγούσε προς τη σκηνή. Οι γονείς του, Βασιλική και Αλέξανδρος, δεν έβλεπαν με καλό μάτι αυτή την προοπτική. Θα προτιμούσαν να τον δουν να ακολουθεί καριέρα πολιτικού μηχανικού. Εκείνος όμως είχε ήδη πάρει την απόφασή του.
Έτσι βρέθηκε στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, γνωρίζοντας από πολύ νωρίς ότι δεν ήθελε να γίνει ένας συνηθισμένος ηθοποιός αλλά κάτι πιο πολυδιάστατο. Όπως είχε πει σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του:
«Δεν ήθελα να γίνω κάτι συνηθισμένο. Ήθελα να τα κάνω όλα. Να τραγουδάω, να χορεύω, να γελάω και να κάνω τους άλλους να γελάνε».
Η πρώτη μεγάλη καλλιτεχνική του εμπειρία ήρθε το 1962, όταν ως δευτεροετής φοιτητής στο Εθνικό γνώρισε τον Μάνο Χατζιδάκι και συμμετείχε στην ιστορική παράσταση «Οδός Ονείρων», δίπλα σε κορυφαίες προσωπικότητες όπως ο Δημήτρης Χορν και η Ρένα Βλαχοπούλου. Ήταν μόλις 22 ετών όταν τραγούδησε σε εκείνη την παράσταση και είχε έναν μικρό ρόλο σε μια παραγωγή που έμελλε να γίνει σταθμός για το ελληνικό θέατρο.

Χρόνια αργότερα, μιλώντας για εκείνη την περίοδο, θα θυμόταν με συγκίνηση το περιβάλλον στο οποίο βρέθηκε:
«Ήταν η πιο γοητευτική εποχή, η εποχή που γνωρίζω τον Μάνο Χατζιδάκι και μπαίνω στα μυστήρια που σου ανοίγει μπροστά σου. Γιατί δεν σου ανοίγει δρόμους μόνο, αλλά αυτοί οι δρόμοι έχουν και φοβερές καταπακτές, φοβερούς καθρέφτες, και βλέπεις παραμορφώσεις που εξαρτάται από σένα αν μπορείς να λύσεις τα αινίγματα. Εκεί γνώρισα τον Χατζιδάκι, τον καταπληκτικό Δημήτρη Χορν, τον Μίνω Αργυράκη, τον Νίκο Γκάτσο, τον Αλέξη Σολωμό, τον Μανώλη Καστρινό και τη Ρένα Βλαχοπούλου».
Μετά την «Οδό Ονείρων» ακολούθησαν σημαντικές θεατρικές συνεργασίες. Ο Μαρίνος βρέθηκε ξανά δίπλα στον Δημήτρη Χορν στο έργο «Αυγό», συνεργάστηκε με την Έλλη Λαμπέτη στο «Λεωφορείο ο Πόθος» και με την Άννα Συνοδινού στο «Πόλεμος και Ειρήνη». Όλα έδειχναν ότι η πορεία του θα ακολουθούσε τον δρόμο του θεάτρου ρεπερτορίου, δίπλα στα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής.
Κι όμως, τρία χρόνια αργότερα, τον χειμώνα του 1965, μια απρόσμενη στροφή θα αλλάξει την πορεία του. Εκείνη την εποχή οι μπουάτ της Αθήνας βρίσκονταν σε άνθηση και κάποιος που τον είχε θυμηθεί από τον δίσκο της «Οδού Ονείρων» του πρότεινε να εμφανιστεί σε μία από αυτές. Στην αρχή δίστασε. Όπως έλεγε ο ίδιος, δεν θεωρούσε τον εαυτό του τραγουδιστή. Η οικονομική πρόταση όμως ήταν αρκετά δελεαστική και ο ηθοποιός Βύρων Πάλλης ήταν τελικά εκείνος που τον έπεισε να δοκιμάσει.

Το πρόγραμμα στην αρχή ήταν απλό. Ο Μαρίνος τραγουδούσε μόλις τέσσερα τραγούδια. Όμως οι φίλοι του από τον χώρο του θεάτρου άρχισαν να τον επισκέπτονται. Από την Τζένη Καρέζη μέχρι την Κατερίνα Βασιλάκου, άνθρωποι που τον αγαπούσαν γέμιζαν τα τραπέζια του μικρού χώρου. Εκείνος κατέβαινε από τη σκηνή, καθόταν μαζί τους και τους έλεγε αστείες ιστορίες, ανέκδοτα και μιμήσεις.
«Τραγουδούσα μόνο τέσσερα τραγούδια», θυμόταν. «Ένας πιανίστας από το απέναντι μαγαζί ερχόταν στο διάλειμμά του και με συνόδευε. Αλλά εγώ έκανα πρόγραμμα στα τραπέζια. Έλεγα αστεία, μιμήσεις, ιστορίες από το θέατρο, ακόμα και πράγματα που έλεγε ο Χορν και ήταν πολύ αστεία».
Κάπως έτσι, σχεδόν τυχαία, γεννήθηκε η ιδιαίτερη περσόνα του. Ο Μαρίνος άρχισε να συνδυάζει τραγούδι, πρόζα και σάτιρα, δημιουργώντας ένα είδος που στην πραγματικότητα δεν υπήρχε πριν από αυτόν.

Το 1967 εμφανίζεται για δεύτερη σεζόν σε μπουάτ, αυτή τη φορά με πρώτο όνομα τον Γιάννη Πουλόπουλο. Η συνεργασία τους είχε μια χαρακτηριστική στιγμή, όταν ο Μαρίνος του πήγε έναν κατάλογο με εξήντα τραγούδια που θα μπορούσε να πει, ο Πουλόπουλος του απάντησε απλά ότι τα τραγουδούσε ήδη όλα.
Τότε ο Μαρίνος αποφάσισε να στραφεί σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Ανακάλυψε τραγούδια μαύρου χιούμορ που είχε πει ο Γιώργος Μούτσιος και τα μετέτρεψε σε σατιρικές ερμηνείες. Τα τραγουδούσε με υπερβολική προφορά, μιμούμενος τις παλιές τραγουδίστριες που έδιναν έναν σχεδόν γαλλικό τόνο στις λέξεις. Στην αρχή το κοινό τον αντιμετώπισε από «τρελό έως γελοίο», όπως έλεγε ο ίδιος, όμως τελικά το νούμερο λειτούργησε.
Στο μαγαζί «Κατακόμβη» θα γνωρίσει την πρώτη μεγάλη επιτυχία του. Εκεί θα συναντήσει και έναν νεαρό τραγουδιστή που κάνει τα πρώτα του βήματα τον Δημήτρη Μητροπάνο. Οι δυο τους είχαν δέκα χρόνια διαφορά, όμως εκείνη η περίοδος θα μείνει αξέχαστη και για τους δύο.

Λίγο αργότερα θα έρθει και η πρώτη δισκογραφική δουλειά του, σε συνεργασία με τον Γιάννη Σπανό. Με τον χρόνο, άνθρωποι όπως ο Νίκος Γκάτσος, ο Δημήτρης Χορν και ο Μάνος Χατζιδάκις θα γράψουν διθυραμβικά σχόλια για το ταλέντο του. Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος δεν έκρυβε ότι για χρόνια ένιωθε μια πικρία, επειδή το είδος που δημιούργησε δεν έγινε ποτέ πραγματικά λαϊκό.
«Τότε ένιωθα πικραμένος», είχε πει. «Γιατί αυτό που έκανα δεν περνούσε στο πιο πλατύ κοινό».
Η καλλιτεχνική του κορύφωση θα έρθει στον χώρο «Μέδουσα», όπου παρουσιάζει μοναδικά shows που συνδυάζουν θέατρο, τραγούδι και σατιρικό σχολιασμό. Ένα είδος δύσκολο, που πολλοί λένε ότι ουσιαστικά δημιούργησε μόνος του.
Παρά τις επιτυχίες του, η σχέση του με τη δισκογραφία και το ραδιόφωνο δεν ήταν πάντα εύκολη. Πολλοί δίσκοι του δεν γνώρισαν εμπορική επιτυχία και στην κρατική ραδιοφωνία συχνά δεν μεταδίδονταν. Το 1976 κυκλοφόρησε τον δίσκο «Ροζ προκηρύξεις», σε μουσική Νίκου Δανίκα και στίχους Παύλου Μάτεση, μια δουλειά που ο ίδιος υπερασπιζόταν χρόνια αργότερα, θεωρώντας ότι αδικήθηκε.

Ο Γιώργος Μαρίνος δεν δίστασε ποτέ να μιλήσει ανοιχτά για την προσωπική του ζωή. Σε μια εποχή που τέτοια θέματα θεωρούνταν ταμπού, δήλωσε δημόσια την ομοφυλοφιλία του, κάτι που, όπως είχε πει, τον υποχρέωνε να είναι ακόμη πιο προσεκτικός και αξιοπρεπής απέναντι στο κοινό.
Παράλληλα όμως παραδέχτηκε ότι ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής του ήταν η ηθοποιός Κατιάνα Μπαλανίκα. Οι δυο τους υπήρξαν ζευγάρι για περίπου τέσσερα χρόνια, από το 1970, και η ίδια έχει μιλήσει για μια σχέση ζωής. Ο λόγος που δεν προχώρησαν στη δημιουργία οικογένειας, όπως είχε πει ο ίδιος, ήταν ότι δεν ήθελε τα παιδιά τους να επωμιστούν το βάρος του «αμαρτωλού» παρελθόντος του.
Κοιτάζοντας πίσω στη ζωή του, ο ίδιος συνήθιζε να λέει ότι το επάγγελμα που έκανε δεν υπήρχε πριν από εκείνον.
«Μου άρεσε το τραγούδι, ο χορός, όλα αυτά μπερδεμένα, και βρήκα μια διέξοδο να κάνω αυτό που κάνω. Το επάγγελμα το ανακάλυψα. Είπα ότι είμαι διασκεδαστής και να τελειώνουμε».
Ίσως τελικά αυτός να είναι και ο πιο ακριβής τρόπος για να περιγράψει κανείς τον Γιώργο Μαρίνο. Έναν καλλιτέχνη που δεν χωρούσε σε εύκολους ορισμούς και που, ακολουθώντας πάντα το ένστικτό του, κατάφερε να αφήσει πίσω του μια διαδρομή μοναδική στο ελληνικό θέατρο και τη διασκέδαση.
Καλό ταξίδι στο φώς Γιώργο Μαρίνο.-