H θρυλική ξανθιά που σκανδάλιζε και απορρύθμιζε, αντιφατική, συγκρουσιακή, και αδύνατο να χωρέσει σε ένα μόνο αφήγημα.
Της Νικόλ Μακρή
Η Μπριζίτ Μπαρντό δεν ήταν ποτέ απλώς μια «Γαλλίδα Μέριλιν Μονρό». Από την πρώτη της μεγάλη έκρηξη το 1956 έγινε σαφές γιατί αυτή η σύγκριση χωλαίνει…η Μονρό μπορούσε να είναι παγκόσμια, αλλά η Μπαρντό δεν θα μπορούσε ποτέ να μην είναι βαθιά, αδιόρθωτα γαλλική. Με το «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα», σε σκηνοθεσία του τότε συζύγου της Ροζέ Βαντίμ, ο πλανήτης ένιωσε ένα σοκ που δεν είχε προηγούμενο στο mainstream σινεμά. Δεν ήταν μόνο το γυμνό ή ο αισθησιασμός ήταν η έλλειψη ντροπής, η σωματική κινητικότητα, μια σεξουαλικότητα που δεν κρυβόταν πίσω από υπαινιγμούς ή κωμικές άδειες, όπως όριζε ο κώδικας Χέιζ στις ΗΠΑ.

Η Μπαρντό εμφανίστηκε ως κάτι καινούργιο και επικίνδυνο. Αμερικανικές εφημερίδες μιλούσαν για «90 λεπτά αχαλίνωτου σεξ», άλλες τη φοβούνταν σχεδόν μεταφυσικά, ενώ ο Μπόσλεϊ Κρόδερ των New York Times τη χαρακτήριζε φαινόμενο, υμνώντας ανοιχτά τη σωματική της παρουσία. Η ταινία έσπασε ταμεία παντού και στη Γαλλία ξεπέρασε ακόμη και το Renault σε συνάλλαγμα. Η Μπαρντό έγινε εθνικό εξαγώγιμο προϊόν και το εμπόρευμά της ήταν η ψευδαίσθηση του έρωτα.

Πίσω από τον μύθο υπήρχε ένα κορίτσι με καθολική ανατροφή και μάλλον ανέφελη παιδική ηλικία, με σπουδές στο Κονσερβατόριο του Παρισιού και φυσική έφεση στον χορό. Από τα 15 της έγινε μοντέλο, εξώφυλλο στο Elle το 1950, αντικείμενο πόθου στα κινηματογραφικά σαλόνια και για τον ίδιο τον Βαντίμ, ο οποίος περίμενε να ενηλικιωθεί για να την παντρευτεί το 1952. Εκείνος υπήρξε πυγμαλιωνικός, προβοκάτορας και στρατηγός της εικόνας της. Όμως η Μπαρντό δεν ήταν άγαλμα. Δεν χρειαζόταν να «πρεσβεύει» την ελευθερία την εξέπεμπε ενστικτωδώς, με μια ζωώδη φυσικότητα και αλλεργία στον εγκλωβισμό που έστρεφε την πλάτη στα ήθη της εποχής.
Από την καστανή, ελαφρώς στριμωγμένη μόδα των ’50s πέρασε στη χαλαρή, απελευθερωμένη άνεση των ’60s. Ξεπέρασε τον Βαντίμ, έκανε παιδί με τον Ζακ Σαριέ, έζησε σύντομα ειδύλλια, ταύτισε την εικόνα της με το Σεν Τροπέ και τον τρίτο σύζυγό της τον Γκίντερ Σακς και έζησε μια ζωή κοσμοπολίτικη, fun, και μεθυστική. Μαζί με αυτήν τη ζωή ήρθε και το τίμημα υπερέκθεση, πίεση, μια καριέρα που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

Παρότι έμεινε στη μνήμη ως σύμβολο, η Μπαρντό είχε ερμηνευτικές στιγμές που συχνά αγνοούνται. Το «En cas de malheur» του Κλοντ Οτάν Λαρά αποκάλυψε μια ηθοποιό με βάθος, ενώ η «Αλήθεια» του Ανρί Ζορζ Κλουζό και η «Ιδιωτική Ζωή» του Λουί Μαλ λειτούργησαν σχεδόν προφητικά.. ιστορίες γυναικών συνθλιμμένων από το βλέμμα της κοινωνίας και των media. Ακόμη κι όταν ο Γκοντάρ την αντιμετώπισε με κυνισμό στην «Περιφρόνηση», η παρουσία της παρέμενε καθοριστική. Το πείραμα του Χόλιγουντ δεν έπιασε ποτέ πραγματικά και η ίδια δεν το έκρυψε ,δεν την ενδιέφερε να γίνει αμερικανικό προϊόν.
Το ουσιαστικό της κύκνειο άσμα ήρθε με το «Αν ο Δον Ζουάν ήταν γυναίκα» το 1973. Εκεί, σε μια περίοδο που ο φεμινισμός είχε αποκτήσει ταυτότητα, η Μπαρντό πέρασε από την αμφισημία του sex symbol σε μια πιο ψυχρή, αυτάρκη φιγούρα. Λίγο αργότερα, στα 39 της, αποχώρησε από το σινεμά. Για τους θαυμαστές της ήταν πρόωρος «θάνατος», για την ίδια αναγκαία έξοδος.

Ακολούθησε μια δεύτερη ζωή, εξίσου θορυβώδης. Μεταμορφώθηκε σε ακραία ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των ζώων, προκαλώντας, παρακαλώντας, βρίζοντας, απαιτώντας νομοθεσίες. Για πολλούς έγινε γραφική ο χρόνος όμως δικαίωσε μεγάλο μέρος της φιλοζωικής της ατζέντας. Παράλληλα, οι πολιτικές της θέσεις, η ισλαμοφοβία, η εθνικιστική ρητορική και οι επιθέσεις στην ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα σκίασαν βαριά την υστεροφημία της. Τιμωρήθηκε για ρητορική μίσους, αλλά δεν υπαναχώρησε ποτέ.

Η Μπαρντό υπήρξε ένα παράδοξο μια γυναίκα που ενσάρκωσε την απόλυτη ελευθερία του σώματος, αλλά συχνά φυλακίστηκε στις απόψεις της. Στη συλλογική μνήμη θα μείνει ως η επιτομή των ξέφρενων ’60s, η ξανθιά που σκανδάλιζε και απορρύθμιζε, αλλά και ως μια φιγούρα αντιφατική, συγκρουσιακή, αδύνατο να χωρέσει σε ένα μόνο αφήγημα. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό να εξακολουθεί να μας απασχολεί.-