Αφιέρωμα του Patras Voice στη μεγάλη κυρία του ελληνικού τραγουδιού.
Της Νικόλ Μακρή
Δεν είναι εύκολο να γράψει κανείς για τη Μαρινέλλα χωρίς να υπερβάλλει. Ίσως αυτό να είναι και η μεγαλύτερη απόδειξη του μεγέθους της, γιατί ότι κι αν πεις ακούγεται λίγο. Δεν ήταν απλώς μια από τις σημαντικότερες φωνές του ελληνικού τραγουδιού, ήταν από εκείνες τις παρουσίες που καθόρισαν το πώς στέκεσαι στη σκηνή, πώς κρατάς το κοινό, πώς λες ένα τραγούδι χωρίς να το προδίδεις. Από τη στιγμή που έφυγε, αυτό που γίνεται πιο ξεκάθαρο είναι ότι δεν χάνεται μόνο μια καριέρα, αλλά ένα μέτρο σύγκρισης.
Αυτό που ξεχώριζε στη Μαρινέλλα δεν ήταν μόνο η φωνή της-αν και η έκταση και η χροιά της δήλωσαν από νωρίς το μέγεθός της. Ήταν η ικανότητά της να μετατρέπει το τραγούδι σε πράξη, σε βλέμμα ,σε κίνηση, σε παρουσία που δεν σε άφηνε να αποσπαστείς. Σαν να σου μιλούσε προσωπικά, ακόμη κι αν βρισκόσουν ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους. Η ίδια το είχε πει άλλωστε πως όταν τραγουδά, νιώθει πως κοιτάζει έναν άνθρωπο και του λέει «σ’ αγαπώ»…Και αυτό εξηγεί τα πάντα!

Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη το 1938 ως Κυριακή Παπαδοπούλου, ξεκίνησε επαγγελματικά το 1956. Το όνομα “Μαρινέλλα” της το έδωσε ο Τόλης Χάρμας. Από νωρίς φάνηκε ότι δεν ήταν μια φωνή που θα περνούσε απλώς. Τα πρώτα της χρόνια δεν ήταν εύκολα, τα χρόνια δίπλα στον Στέλιο Καζαντζίδη όμως υπήρξαν καθοριστικά. Ήταν σχολείο, έμαθε πειθαρχία, έμαθε να υπηρετεί το τραγούδι, αλλά δεν έμεινε εκεί. Δεν γεννήθηκε για δεύτερη φωνή. Ο χωρισμός τους υπήρξε σημείο καμπής. Όχι μόνο σε προσωπικό επίπεδο, αλλά και σε καλλιτεχνικό. Από εκεί και πέρα άρχισε να χτίζει τον εαυτό της από την αρχή. Όχι ως «η Μαρινέλλα του Καζαντζίδη», αλλά ως αυτόνομη παρουσία. Και αυτό δεν έγινε εύκολα, χρειάστηκε να αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί μόνη της. Να βρει τη δική της φωνή, κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, όλα αρχίζουν να αλλάζουν, το ελληνικό τραγούδι μετασχηματίζεται. Η Μαρινέλλα δεν εγκαταλείπει τη ρίζα της, αλλά δεν μένει και στάσιμη. Εξελίσσεται, φτιάχνει εικόνα, ύφος, παρουσία. Μπαίνει στον κινηματογράφο. Τα τραγούδια της στις ταινίες της Finos Films δεν είναι απλώς επιτυχίες, είναι μέρος μιας νέας αισθητικής.


Το 1968 στο Ρίο ντε Τζανέιρο, στο III Festival Internacional da Canção, επιβεβαιώνεται κάτι ουσιαστικό. Μπορεί να σταθεί διεθνώς χωρίς να αλλάξει, τραγουδά το «Αν θες να ’ρθεις» στα ελληνικά. Δεν προσαρμόζεται, δεν μεταφράζεται και όμως ξεχωρίζει. Κερδίζει το βραβείο καλύτερης καλλιτεχνικής παρουσίας, όχι επειδή την καταλαβαίνουν. Αλλά επειδή τη νιώθουν.
Δύο χρόνια μετά επιστρέφει, με την «Κυρά Γιώργαινα» κατακτά την τέταρτη θέση ανάμεσα σε δεκάδες συμμετοχές. Την ίδια περίοδο, διεθνείς κριτικοί μιλούν για τη φωνή της ως φορέα συναισθήματος που ξεπερνά τη γλώσσα. Και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο της πορείας της. Δεν προσπάθησε ποτέ να γίνει κάτι άλλο για να πετύχει.

Η διεθνής της παρουσία συνεχίζεται. Εμφανίζεται στο BBC δίπλα στη Νάνα Μούσχουρη, συμμετέχει σε γαλλικές παραγωγές. Τραγουδά σε αγγλικά και γαλλικά. Συμμετέχει στο MIDEM στις Κάννες το 1973 δίπλα σε μεγάλα ονόματα. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει απόλυτα ελληνική. Δεν χάνει τον πυρήνα της.
Το 1974 εκπροσωπεί την Ελλάδα στη Eurovision με το «Κρασί, θάλασσα και τ’ αγόρι μου». Είναι η πρώτη ελληνική συμμετοχή, δεν το κάνει από ανάγκη, το κάνει ξεκάθαρα από επιλογή. Δεν φοβάται να εκτεθεί, δεν προστατεύει τη θέση της και αυτό την τιμά.

Στην Ελλάδα, η επιρροή της είναι καθοριστική, τα τραγούδια της δεν είναι απλώς επιτυχίες, γίνονται βιώματα. Από το «Σταλιά σταλιά» μέχρι το «Πάλι θα κλάψω» και από το «Κοίτα με στα μάτια» μέχρι τα επόμενα χρόνια, υπάρχει πάντα αυτή η ένταση. Αυτή η αίσθηση ότι δεν τραγουδά “γενικά”, τραγουδά για σένα.
Στη δεκαετία του ’70 και μετά, συνεργάζεται με σπουδαίους δημιουργούς. Ζαμπέτας, Πλέσσας, Ξαρχάκος, Κατσαρός. Αλλά δεν μένει μόνο εκεί, κάνει στροφή, συνεργάζεται με τον Κώστα Χατζή. Το «Ρεσιτάλ» γίνεται σταθμός, δοκιμάζει νέα πράγματα και μπαίνει σε πιο θεατρικές φόρμες.

Παράλληλα, τολμά εμφανίζεται ακόμη και σε δύσκολα περιβάλλοντα, όπως οι συναυλίες στην Αλβανία της δεκαετίας του ’70. Συνεχίζει να κινείται, να αλλάζει, να μην επαναλαμβάνεται. Στις επόμενες δεκαετίες συνεργάζεται και με νεότερους καλλιτέχνες, δεν κλείνεται στο παρελθόν της.
Αν κάτι χαρακτηρίζει τη Μαρινέλλα, είναι αυτή η ισορροπία. Δύναμη και ευαισθησία, έλεγχος και ένστικτο, θεατρικότητα και αλήθεια. Δεν ήταν ποτέ μόνο ένα πράγμα και ίσως γι’ αυτό δεν περιγράφεται εύκολα.

Σήμερα, αυτό που μένει δεν είναι μόνο τα τραγούδια της, είναι ο τρόπος που στάθηκε, που διεκδίκησε, που δεν συμβιβάστηκε, που δεν άλλαξε για να χωρέσει.
Και αυτό είναι που θα μας λείψει περισσότερο. Η Μαρινέλα δεν ήταν απλώς μια μεγάλη φωνή, αλλά μια παρουσία που ήξερε ακριβώς τι είναι και δεν έκανε ποτέ εκπτώσεις σε αυτό.-
«Καλό ταξίδι στην αιωνιότητα».
