Υπολογίζεται ότι η ρύθμιση θα επηρεάσει περίπου 400.000 αποφοίτους
Της Νικόλ Μακρή
Η συζήτηση για την αναγνώριση και την ισοτίμηση των πτυχίων των αποφοίτων των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων αποτελεί εδώ και χρόνια ένα από τα πιο επίμονα ζητήματα της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης. Χιλιάδες απόφοιτοι των πρώην ΤΕΙ βρίσκονται επί δεκαετίες αντιμέτωποι με μια ασαφή θεσμική πραγματικότητα, καθώς οι τίτλοι σπουδών τους, παρότι ανήκουν τυπικά στην ανώτατη εκπαίδευση, δεν έχουν αντιστοιχηθεί πλήρως με τα πανεπιστημιακά πτυχία που προέκυψαν μετά τη μεταρρύθμιση του ακαδημαϊκού χάρτη της χώρας.
Η νέα νομοθετική πρωτοβουλία του υπουργείου Παιδείας φιλοδοξεί να δώσει μια οριστική απάντηση σε αυτή την εκκρεμότητα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν γίνει γνωστές, η διαδικασία ισοτίμησης των πτυχίων των αποφοίτων των πρώην ΤΕΙ θα ενσωματωθεί στο νομοσχέδιο για την ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, το οποίο αναμένεται να παρουσιαστεί στη Βουλή στις 16 Μαρτίου 2026.
Πρόκειται για μια παρέμβαση που αφορά έναν ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό πολιτών. Υπολογίζεται ότι η ρύθμιση θα επηρεάσει περίπου 400.000 αποφοίτους, αριθμός που από μόνος του αποτυπώνει το εύρος του ζητήματος αλλά και το βάρος της εκκρεμότητας που επιχειρείται να κλείσει.
Η ρύθμιση αφορά όσους αποφοίτησαν μετά το 2001, χρονιά κατά την οποία τα ΤΕΙ «ανωτατοποιήθηκαν» με τον νόμο 2916/2001 και εντάχθηκαν τυπικά στην ανώτατη εκπαίδευση. Παρά την αλλαγή αυτή, τα πτυχία πολλών αποφοίτων δεν αντιστοιχήθηκαν ποτέ πλήρως με τα αντίστοιχα των πανεπιστημιακών τμημάτων που προέκυψαν αργότερα από τη συγχώνευση ή την ενσωμάτωση των ΤΕΙ στο πανεπιστημιακό σύστημα.
Έτσι δημιουργήθηκε μια ιδιότυπη κατάσταση, στην οποία χιλιάδες επαγγελματίες βρέθηκαν να διαθέτουν τίτλους σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης, χωρίς όμως σαφή θεσμική αντιστοίχιση μέσα στο νέο πανεπιστημιακό τοπίο και αυτό μέχρι και σήμερα ήταν το μόνιμο πρόβλημα.
Η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας εμφανίζεται αποφασισμένη να δώσει μια λύση σε αυτή τη μακροχρόνια εκκρεμότητα. Η υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού Σοφία Ζαχαράκη έκανε λόγο για «κλείσιμο μιας εκκρεμότητας δεκαετιών» και για «αποκατάσταση μιας αδικίας», επισημαίνοντας ότι η διαδικασία θα βασίζεται σε σαφή και διαφανή κριτήρια αξιολόγησης.
Όπως ανέφερε, η ισοτίμηση των πτυχίων θα πραγματοποιείται μέσα από μια διαδικασία που θα λαμβάνει υπόψη το ευρωπαϊκό σύστημα πιστωτικών μονάδων (ECTS), το περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών αλλά και τυχόν μεταπτυχιακές ή διδακτορικές σπουδές συναφούς αντικειμένου.
Η ίδια υπογράμμισε ότι στόχος της πρωτοβουλίας είναι να δοθεί μια καθαρή λύση σε ένα πραγματικό πρόβλημα, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την ποιότητα και την αξιοπιστία της ανώτατης εκπαίδευσης. Αν πράγματι εφαρμοστεί με συνέπεια, η ρύθμιση μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική θεσμική τομή για χιλιάδες αποφοίτους που εδώ και χρόνια αισθάνονται ότι βρίσκονται σε μια «γκρίζα ζώνη» του εκπαιδευτικού συστήματος.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν γίνει γνωστές, η ρύθμιση θα καθορίζει με σαφήνεια τη διαδικασία αντιστοίχισης των πτυχίων των αποφοίτων ΤΕΙ με τα πτυχία των πανεπιστημιακών τμημάτων που δημιουργήθηκαν μετά την κατάργηση των ΤΕΙ και τη μετατροπή τους σε ΑΕΙ. Ωστόσο, η διαδικασία δεν θα είναι ενιαία για όλους.
Θα δημιουργηθούν διαφορετικές κατηγορίες αποφοίτων, οι οποίες θα καθορίζονται με βάση τη διάρκεια των σπουδών, τον αριθμό των πιστωτικών μονάδων ECTS και το περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών. Με βάση αυτά τα κριτήρια, σε ορισμένες περιπτώσεις η αντιστοίχιση των πτυχίων θα μπορεί να γίνεται αυτόματα, ενώ σε άλλες θα απαιτείται η παρακολούθηση και εξέταση σε συγκεκριμένα μαθήματα, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι τίτλοι σπουδών αντιστοιχούν πραγματικά στα σημερινά πανεπιστημιακά προγράμματα.
Με άλλα λόγια, η ισοτίμηση δεν θα αποτελεί μια απλή διοικητική διαδικασία, αλλά μια διαδικασία που θα βασίζεται σε συγκεκριμένα ακαδημαϊκά κριτήρια.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία θα έχει και η πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών από την Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ). Η ολοκλήρωση της πιστοποίησης του προπτυχιακού προγράμματος του αντίστοιχου πανεπιστημιακού τμήματος ή της μονοτμηματικής σχολής αποτελεί βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της ρύθμισης, ώστε η αντιστοίχιση να βασίζεται σε πιστοποιημένα και ποιοτικά προγράμματα σπουδών.
Από την πλευρά του υπουργείου Παιδείας επισημαίνεται ότι η ρύθμιση θα θεσπίσει έναν σαφή, ενιαίο και διαφανή τρόπο με τον οποίο τα πτυχία των πρώην ΤΕΙ θα μπορούν να αντιστοιχηθούν με τα πτυχία των πανεπιστημίων που προέκυψαν από τη συγχώνευση των ιδρυμάτων αυτών στον σημερινό ακαδημαϊκό χάρτη της χώρας.
Παράλληλα, κυβερνητικές πηγές σημειώνουν ότι με την πρωτοβουλία αυτή επιχειρείται να καλυφθεί ένα θεσμικό κενό που δημιουργήθηκε τα προηγούμενα χρόνια, ιδιαίτερα μετά τη μεταρρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης που προχώρησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Όπως υποστηρίζουν, η μεταρρύθμιση εκείνη, την οποία χαρακτηρίζουν «πρόχειρη», δημιούργησε περισσότερα προβλήματα και αδικίες από όσα επιχείρησε να επιλύσει.
Το αν η νέα ρύθμιση θα καταφέρει πράγματι να κλείσει οριστικά αυτό το κεφάλαιο θα φανεί στην πράξη. Για τους αποφοίτους των πρώην ΤΕΙ, πάντως, η συζήτηση αυτή δεν είναι απλώς μια θεσμική αλλαγή. Αφορά την επαγγελματική τους πορεία, την αναγνώριση των σπουδών τους και την αίσθηση δικαιοσύνης μέσα σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που για χρόνια έδειχνε να τους αφήνει σε εκκρεμότητα.
Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι το θέμα επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο δείχνει ότι η πολιτεία δεν μπορεί πλέον να το αγνοεί. Όταν μια ρύθμιση αφορά περισσότερους από 400.000 πολίτες και ένα αίτημα που υποστηρίζεται εδώ και χρόνια από δεκάδες φορείς, τότε δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική αλλαγή της νομοθεσίας. Πρόκειται για μια επιλογή που αγγίζει την ίδια την έννοια της ισοτιμίας και της αξιοπιστίας του εκπαιδευτικού συστήματος.-