Το διαφημιστικό σποτ, παραπέμπει ξεκάθαρα στη θρυλική ερωτική σκηνή της ταινίας «Ghost» με τον Πάτρικ Σουέιζι και τη Ντέμι Μουρ.
Της Νικόλ Μακρή
Μερικές φορές μια διαφήμιση δεν χρειάζεται να είναι καλή για να συζητηθεί. Αρκεί να προκαλέσει εκείνη τη μικρή στιγμή αμηχανίας που κάνει τον θεατή να σταματήσει το σκρολάρισμα και να σκεφτεί για λίγα δευτερόλεπτα: «τι ήταν αυτό που μόλις είδα;». Στην εποχή των social media, άλλωστε, το όριο ανάμεσα στο αστείο, το περίεργο και το λεγόμενο cringe είναι συχνά τόσο λεπτό, που πολλές καμπάνιες βρίσκονται ξαφνικά στο επίκεντρο όχι επειδή εντυπωσίασαν, αλλά επειδή μπέρδεψαν το κοινό τους.
Κάπως έτσι ξεκίνησε και η συζήτηση γύρω από το πρόσφατο πασχαλινό διαφημιστικό σποτ με τον Χρήστο Φερεντίνο και την Κατερίνα Καραβάτου, το οποίο μέσα σε λίγες ώρες έκανε τον γύρο του διαδικτύου και έγινε αντικείμενο σχολιασμού σχεδόν παντού — από τα social media μέχρι τις αυθόρμητες συζητήσεις που άνοιξαν σχεδόν παντού στο διαδίκτυο. Όχι γιατί θεωρήθηκε απαραίτητα επιτυχημένο, αλλά επειδή προκάλεσε εκείνη τη χαρακτηριστική αμηχανία που συχνά γεννά το ίντερνετ όταν κάτι προσπαθεί να είναι χιουμοριστικό και λίγο πονηρό, αλλά τελικά βγαίνει κάπως… περίεργο.

Το διαφημιστικό σποτ, που κυκλοφόρησε ενόψει Πάσχα, παίζει ξεκάθαρα με μια από τις πιο εμβληματικές σκηνές της ποπ κουλτούρας. Εκείνη της ταινίας «Ghost», όπου ο Πάτρικ Σουέιζι και η Ντέμι Μουρ πλάθουν πηλό σε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες κινηματογραφικές στιγμές των ’90s. Μόνο που στη συγκεκριμένη περίπτωση η αισθησιακή αυτή εικόνα μεταφέρεται σε ένα εντελώς διαφορετικό σκηνικό. Αντί για πηλό, το κέντρο της σκηνής καταλαμβάνει ένα… κοκορέτσι.
Οι δύο παρουσιαστές, που συνεργάζονται και στο ραδιόφωνο, εμφανίζονται να ανταλλάσσουν βλέμματα, χαμόγελα και μικρά πειράγματα που θυμίζουν φλερτ, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που παραπέμπει ξεκάθαρα στη γνωστή κινηματογραφική στιγμή. Μέχρι που το πλάνο ανοίγει και αποκαλύπτεται η «ανατροπή» του αστείου,δεν πρόκειται για μια αισθησιακή σκηνή, αλλά για την προετοιμασία ενός πασχαλινού εδέσματος.

Η ίδια η καμπάνια, μάλιστα, φρόντισε να ενισχύσει ακόμη περισσότερο το παιχνιδιάρικο –ή για κάποιους, υπερβολικά πονηρό– ύφος της μέσα από το συνοδευτικό κείμενο στα social media. Στην ανάρτηση που συνόδευε το σποτ, το concept παρουσιάστηκε με μια δόση αυτοσαρκασμού,«Γιατί δεν πήραμε τον Πάτρικ και τη Ντέμι; Γιατί είχαμε καλύτερους! Γιατί η δική μας σκηνή είναι πιο ερωτική; Γιατί ο πηλός είναι λιγότερο ερωτικός από το εντεράκι».
Και κάπου εκεί άρχισε το πραγματικό ενδιαφέρον της ιστορίας. Γιατί το διαδίκτυο, όπως συμβαίνει συχνά, αντέδρασε σχεδόν ακαριαία. Μέσα σε λίγες ώρες το σποτ είχε ήδη γίνει viral, όμως η συζήτηση που δημιουργήθηκε γύρω του δεν ήταν ακριβώς αυτή που θα περίμενε κανείς από μια κλασική επιτυχημένη καμπάνια.
Στις αρχικές του Instagram και του X εμφανίστηκαν δεκάδες σχόλια που κινήθηκαν κυρίως ανάμεσα στην απορία και στο γνωστό ελληνικό διαδικτυακό σπορ-το κράξιμο. Πολλοί χρήστες δήλωσαν ότι το διαφημιστικό τούς φάνηκε αμήχανο ή «κρίντζ», χρησιμοποιώντας εκείνη τη λέξη που τα τελευταία χρόνια έχει γίνει σχεδόν συνώνυμη με κάθε στιγμή τηλεοπτικής αμηχανίας.
Το βασικό σημείο κριτικής δεν ήταν τόσο η αναφορά στο «Ghost», όσο η ίδια η στιγμή όπου αποκαλύπτεται το αστείο. Η αποκάλυψη του κοκορετσιού, που υποτίθεται ότι λειτουργεί ως η κωμική κορύφωση της σκηνής, δεν φαίνεται να λειτούργησε για αρκετούς θεατές όπως ίσως περίμενε η δημιουργική ομάδα της καμπάνιας. Για πολλούς, το αστείο έμοιαζε περισσότερο παράξενο παρά αστείο.
Φυσικά, όπως συμβαίνει πάντοτε, δεν συμφώνησαν όλοι. Κάτω από την ανάρτηση της καμπάνιας υπήρχαν και αρκετοί χρήστες που δήλωναν ότι διασκέδασαν με το σποτ. Κάποιοι έγραψαν ότι γέλασαν όταν το είδαν για πρώτη φορά, άλλοι θεώρησαν ότι πρόκειται απλώς για μια ελαφριά πασχαλινή πλάκα που δεν χρειάζεται να αναλυθεί τόσο σοβαρά.
Από την άλλη πλευρά, δεν έλειψαν και τα πιο αιχμηρά σχόλια. Κάποιοι χρήστες χαρακτήρισαν το σποτ «σαχλαμάρα», άλλοι μίλησαν για «από τις χειρότερες διαφημίσεις που έχουν δει», ενώ αρκετοί στάθηκαν κυρίως στην αίσθηση υπερβολής που δημιουργούσε η σκηνή.
Ένα ακόμη στοιχείο που τράβηξε την προσοχή πολλών θεατών ήταν η επιλογή των δύο συγκεκριμένων παρουσιαστών για το concept της καμπάνιας. Ο Χρήστος Φερεντίνος και η Κατερίνα Καραβάτου συνεργάζονται ήδη στο ραδιόφωνο, ενώ εδώ και καιρό κυκλοφορούν –κυρίως σε επίπεδο lifestyle συζητήσεων– διάφορα σχόλια που κάνουν λόγο για τη χημεία τους.

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υποστήριξαν ότι η διαφήμιση φαίνεται να παίζει διακριτικά με αυτή τη φημολογία, αξιοποιώντας την αίσθηση φλερτ ανάμεσα στους δύο παρουσιαστές για να δώσει λίγο περισσότερη ένταση στο concept. Φυσικά τέτοιου είδους στοιχεία δεν δηλώνονται ποτέ ανοιχτά σε μια καμπάνια, όμως στο marketing συχνά οι πιο αποτελεσματικές επιλογές είναι εκείνες που λειτουργούν υπαινικτικά.
Και ίσως τελικά εκεί βρίσκεται και το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας. Γιατί ανεξάρτητα από το αν κάποιος βρήκε τη διαφήμιση αστεία, άβολη ή απλώς παράξενη, το αποτέλεσμα είναι ότι όλοι μιλούν για αυτήν.
Στον κόσμο της σύγχρονης διαφήμισης, όπου οι εταιρείες παλεύουν καθημερινά για λίγα δευτερόλεπτα προσοχής μέσα σε ατελείωτα scroll, το να προκαλέσεις συζήτηση δεν είναι μικρό πράγμα. Ακόμη κι όταν αυτή η συζήτηση ξεκινά με ένα ελαφρώς απορημένο «τι είδαμε μόλις;».
Γιατί τελικά το ίντερνετ έχει μια περίεργη σχέση με το cringe. Μπορεί να το κοροϊδεύει, να το σχολιάζει και να το σατιρίζει, αλλά ταυτόχρονα είναι και ο βασικός λόγος που τέτοιες στιγμές γίνονται viral. Και κάπως έτσι, μια πασχαλινή διαφήμιση με κοκορέτσι, που πιθανότατα δημιουργήθηκε για να περάσει απλώς ένα αστείο μήνυμα, κατέληξε να γίνει ένα μικρό ψηφιακό φαινόμενο. Για καλό ή για κακό, αυτό είναι μάλλον κάτι που θα το αποφασίσει –όπως πάντα– το ίδιο το κοινό.-