Υπόθεση Λαζαρίδη: Τι αποκάλυψε για τα πτυχία των 300-Τα«χαρτιά» των βουλευτών στο μικροσκόπιο

21.04.2026

Aπό Harvard μέχρι απολυτήριο Λυκείου,το περιστατικό που μετατρέπει τα «βαριά χαρτιά» σε πεδίο αμφισβήτησης και δημόσιας κρίσης

Της Νικόλ Μακρή

Η συζήτηση για τα πτυχία των πολιτικών δεν είναι καινούργια, αλλά κάθε τόσο επιστρέφει με έναν τρόπο που δείχνει πως δεν την έχουμε λύσει ποτέ πραγματικά. Αυτή τη φορά, η αφορμή δόθηκε από την περίπτωση του Μακάριου Λαζαρίδη και τα ερωτήματα γύρω από το ακαδημαϊκό του υπόβαθρο, επαναφέροντας στο προσκήνιο ένα γνώριμο δίλημμα ,πόσο μετρά τελικά το πτυχίο στην πολιτική και πόσο αυτό που κάνεις στην πράξη;

Γιατί αν κάτι αποδεικνύει μια πιο προσεκτική ματιά στη σύνθεση της ελληνικής Βουλής, είναι ότι δεν υπάρχει μία ενιαία «συνταγή» διαδρομής. Οι 300 δεν είναι ένα ομοιογενές σώμα ανθρώπων με κοινό βιογραφικό, αλλά ένα μωσαϊκό διαφορετικών σπουδών, επαγγελματικών επιλογών και προσωπικών διαδρομών, που συχνά δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Από αποφοίτους κορυφαίων πανεπιστημίων του εξωτερικού μέχρι ανθρώπους που δεν πέρασαν ποτέ από αμφιθέατρο, η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη.

Δεν είναι τυχαίο ότι η πολυπληθέστερη «κατηγορία» εντός του Κοινοβουλίου είναι οι νομικοί. Περίπου 83 βουλευτές έχουν σπουδάσει Νομική, ένας αριθμός που αν το δεις ψυχρά, θα μπορούσε να συγκροτήσει έναν μικρό δικηγορικό σύλλογο από μόνος του. Ακολουθούν γιατροί, οικονομολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες, γεωπόνοι, δηλαδή επαγγέλματα που παραδοσιακά συνδέονται με την άσκηση δημόσιας πολιτικής ή με την κατανόηση θεσμών και δομών.

Αν κατέβεις ένα επίπεδο και δεις τα κόμματα ξεχωριστά, η εικόνα αποκτά ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον. Στη Νέα Δημοκρατία, για παράδειγμα, ξεχωρίζουν οι δεκάδες νομικοί, οι γιατροί και οι οικονομολόγοι, ενώ παράλληλα υπάρχουν πρόσωπα με έντονα διεθνή χαρακτηριστικά, όπως η Αγγελική Δεληκάρη με τη γνώση έξι γλωσσών ή οι Δημήτρης Καιρίδης και Τάσος Χατζηβασιλείου με σημαντική ακαδημαϊκή και γλωσσική κατάρτιση.

Και όμως, ακόμη και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πραγματικότητα δεν είναι μονοσήμαντη. Υπάρχουν βουλευτές που ξεκίνησαν σπουδές αλλά δεν τις ολοκλήρωσαν.Ο Γιάννης Λοβέρδος, για παράδειγμα, πέρασε στη Νομική Αθηνών αλλά στράφηκε νωρίς στη δημοσιογραφία, ενώ η Έλενα Ακρίτα εγκατέλειψε τη Φιλολογία για να ακολουθήσει μια διαδρομή που την καθιέρωσε αλλού. Ο Χρήστος Γιαννούλης μιλά για «φιλολογικές σπουδές» χωρίς να τις ορίζει ακαδημαϊκά, ενώ η Πόπη Τσαπανίδου κουβαλά μια πολυετή πορεία στα ΜΜΕ που δεν χρειάστηκε ποτέ έναν τίτλο για να επιβεβαιωθεί.

Ταυτόχρονα, υπάρχει και μια ενδιάμεση κατηγορία που τα τελευταία χρόνια αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία, εκείνη των Ανοιχτών Πανεπιστημίων. Το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και το αντίστοιχο της Κύπρου έχουν δώσει τη δυνατότητα σε αρκετούς πολιτικούς να επιστρέψουν στη γνώση σε διαφορετική φάση της ζωής τους. Περιπτώσεις όπως του Θόδωρου Ρουσσόπουλου, του Δημήτρη Μαρκόπουλου, του Γιάννη Ανδριανού ή της Έλενας Ράπτη, αλλά και το μεταπτυχιακό του Σωκράτη Φάμελλου, δείχνουν ότι η εκπαίδευση δεν τελειώνει στα 22.

Και βέβαια, υπάρχει και η άλλη όψη της Βουλής. Βουλευτές που έρχονται από την πράξη, από επαγγέλματα δηλαδή που δεν συνδέονται με ακαδημαϊκούς τίτλους αλλά με καθημερινή εμπειρία. Ο αγρότης Μανώλης Χνάρης, ο οικοδόμος Νίκος Έξαρχος, ο συνδικαλιστής Χρήστος Κατσώτης ή ο Γιώργος Μαρίνος με την εκπαίδευση του ραδιοτηλεγραφητή, φέρνουν στο Κοινοβούλιο μια άλλη γνώση, λιγότερο «θεωρητική» αλλά εξίσου απαραίτητη για να καταλάβεις τι συμβαίνει έξω από αυτό.

Στον ίδιο άξονα κινούνται και πρόσωπα από μικρότερα κόμματα, όπως ο Βασίλης Κοτίδης, εκπαιδευτής οδήγησης, ή ο Κώστας Μπούμπας με επαγγελματικά προγράμματα κατάρτισης αντί πανεπιστημιακού τίτλου, που αποτυπώνουν μια Βουλή η οποία παραμένει σε κάποιο βαθμό αντιπροσωπευτική της κοινωνίας.

Στην αντίπερα όχθη βρίσκονται εκείνοι που έχουν διανύσει την «κλασική» διαδρομή της ακαδημαϊκής αριστείας. Πανεπιστήμια της Ivy League, μεταπτυχιακά, διεθνείς καριέρες. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης με σπουδές στο Harvard και το Stanford, ο Κυριάκος Πιερρακάκης, η Νίκη Κεραμέως, ο Σταύρος Παπασταύρου, αλλά και παλαιότερα πρόσωπα όπως ο Γιώργος Παπανδρέου ή ο Αντώνης Σαμαράς, συγκροτούν ένα προφίλ που στηρίζεται στην ακαδημαϊκή υπεροχή και τη διεθνή εμπειρία.

Και κάπου εδώ επιστρέφουμε στο αρχικό ερώτημα. Μπορεί ένα Harvard να σε κάνει καλύτερο πολιτικό από έναν άνθρωπο που έμαθε τη ζωή μέσα από τη δουλειά του;

Η απάντηση, όσο κι αν δεν μας αρέσει, δεν είναι ξεκάθαρη. Γιατί η πολιτική δεν μετριέται μόνο με γνώσεις αλλά με κρίση, με ενσυναίσθηση, με ικανότητα να παίρνεις αποφάσεις σε συνθήκες πίεσης.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν το πτυχίο «αρκεί». Είναι αν μπορείς να υπάρξεις πολιτικά χωρίς αυτό — ή χωρίς κάτι ισοδύναμο σε βάθος γνώσης. Και η απάντηση, όσο περνούν τα χρόνια, γίνεται όλο και πιο σαφής …όλο και πιο δύσκολα.

Η υπόθεση Λαζαρίδη δεν είναι παρά μια υπενθύμιση. Ότι στην εποχή της πληροφορίας, της διαφάνειας και της συνεχούς αξιολόγησης, τα βιογραφικά είναι τεκμήρια. Και κρίνονται και αν με ρωτάς έτσι πρέπει.

Γιατί στο τέλος, το ζήτημα δεν είναι ποιος έχει πτυχίο και ποιος όχι. Είναι ποιος μπορεί να σταθεί απέναντι στην πραγματικότητα με επάρκεια. Και αυτή, χωρίς γνώση δεν χτίζεται.-

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.