Απειλούν όντως οι νέες γενιές την παράδοση;

02.01.2026

Οι γιορτές δεν χρειάζεται πια να είναι αυστηρές για να είναι ουσιαστικές, αρκεί να είναι αληθινές.

Της Νικόλ Μακρή

Υπάρχει μια επίμονη αγωνία γύρω από την παράδοση, σχεδόν μια συλλογική ανησυχία ότι κάτι χάνεται, ότι οι γιορτές ξεθωριάζουν και ότι οι νεότεροι δεν «σέβονται όπως παλιά», λες και η σχέση με το παρελθόν πρέπει διαρκώς να αποδεικνύεται και να επιβεβαιώνεται μέσα από συγκεκριμένες κινήσεις, σωστή στάση σώματος και την πιστή επανάληψη όσων έγιναν πριν από εμάς. Κι όμως, αν κοιτάξει κανείς λίγο πιο προσεκτικά, θα δει ότι η απόσταση δεν είναι τόσο μεγάλη όσο φοβόμαστε και ότι αυτό που συμβαίνει δεν είναι απόρριψη, αλλά μετατόπιση.

Οι παραδοσιακές γιορτές δεν ήταν ποτέ απλώς ημερομηνίες στο ημερολόγιο, αλλά στιγμές που γεννιούνται από τη συνύπαρξη, από τον ήχο των φωνών που μπλέκονται χωρίς πρόγραμμα, από την αίσθηση του χώρου που γεμίζει ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, από το σώμα που μαθαίνει πότε να πλησιάζει και πότε να απομακρύνεται. Αυτό το στοιχείο δεν έχει χαθεί, απλώς δεν εκφράζεται πια με τον ίδιο τρόπο.

Οι παλιότερες γενιές έμαθαν να αντιμετωπίζουν τη γιορτή ως συνέχεια ενός άγραφου κανόνα, ως κάτι που έπρεπε να γίνει με συγκεκριμένο τρόπο, όχι απαραίτητα επειδή το ένιωθαν κάθε φορά, αλλά επειδή έτσι όριζε η συλλογική μνήμη. Υπήρχε σιγουριά σε αυτό, η αίσθηση ότι αν ακολουθήσεις το “τελετουργικό”, αν επαναλάβεις τις κινήσεις και αν πεις τα σωστά λόγια, τότε κάτι διατηρείται ακέραιο, αλλά μαζί με αυτή τη σιγουριά υπήρχε συχνά και πίεση, η παράδοση ως βάρος, ως κάτι που δεν αφήνει χώρο για ερωτήσεις.

Οι νεότεροι αντίθετα, μεγάλωσαν σε έναν κόσμο λιγότερο σταθερό και πολύ πιο εκτεθειμένο, μαθαίνοντας να αμφισβητούν σχεδόν τα πάντα, όχι από ασέβεια, αλλά από ανάγκη να καταλάβουν τι τους αφορά πραγματικά. Δεν απορρίπτουν τη γιορτή, απορρίπτουν την κενή επανάληψη, γιατί δεν τους αρκεί απλώς να «είναι εκεί», θέλουν να ξέρουν γιατί είναι εκεί και πώς αυτό συνδέεται με τη ζωή που ζουν έξω από το πλαίσιο του εθίμου.

Γι’ αυτό και σήμερα μια παραδοσιακή γιορτή μοιάζει συχνά διαφορετική, όχι φτωχότερη αλλά πιο χαλαρή, όχι λιγότερο ουσιαστική αλλά λιγότερο αυστηρή. Το πανηγύρι δεν είναι μόνο ο χορός που πρέπει να γίνει σωστά ούτε το τραγούδι που πρέπει να ακουστεί μέχρι τέλους, αλλά η συνάντηση ανθρώπων που ίσως δεν έχουν πολλά κοινά, αλλά μοιράζονται έναν χώρο και έναν χρόνο, το παιδί που ρωτά τι σημαίνει αυτό που βλέπει, ο νέος που συμμετέχει χωρίς να νιώθει ότι εξετάζεται και ο μεγαλύτερος που παρατηρεί ότι κάτι αλλάζει αλλά παραμένει ζωντανό.

Συχνά ακούμε ότι οι νέοι «κρατούν κινητά αντί για μνήμες», όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, γιατί οι μνήμες δεν ακυρώνονται από την καταγραφή, απλώς αλλάζουν μορφή. Πολλές φορές αυτό που καταγράφεται δεν είναι το έθιμο, αλλά η σχέση με τους άλλους, το γέλιο, η αμηχανία και αυτά είναι που επιβιώνουν τελικά.

Οι νέες γενιές δεν αισθάνονται την ανάγκη να αποδείξουν ότι σέβονται την παράδοση, γιατί για εκείνες ο σεβασμός δεν είναι δήλωση αλλά στάση, κάτι που φαίνεται στο ότι επιστρέφουν ακόμη κι αν δεν ακολουθούν κάθε κανόνα κατά γράμμα και στο ότι προσπαθούν να εντάξουν τη γιορτή στον δικό τους τρόπο ζωής χωρίς να την αδειάζουν από το νόημά της. Θέλουν οι γιορτές να χωρούν περισσότερους ανθρώπους, περισσότερες εκδοχές του εαυτού τους και περισσότερες αλήθειες από όσες χωρούσαν παλιότερα.

Ο φόβος ότι έτσι «κάτι χάνεται» είναι κατανοητός, αλλά συχνά παραπλανητικός, γιατί οι γιορτές δεν χάνονται επειδή αλλάζουν, αλλά όταν παύουν να έχουν ανθρώπους που θέλουν να είναι εκεί, όταν μετατρέπονται σε άσκηση μνήμης χωρίς συναίσθημα και όταν δεν επιτρέπουν την προσαρμογή και την εξέλιξη.

Οι νέοι δεν κρατούν την παράδοση σφιχτά, σαν κάτι εύθραυστο που φοβούνται να αγγίξουν, αλλά πιο χαλαρά, με την άνεση εκείνου που ξέρει ότι για να μείνει κάτι ζωντανό πρέπει να κινείται. Τη δοκιμάζουν, τη μετακινούν, την εντάσσουν στην καθημερινότητά τους χωρίς μεγάλες δηλώσεις και χωρίς φανφάρες, της επιστρέφουν το πιο ουσιαστικό στοιχείο της, την εμπειρία του παρόντος.

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πραγματικό στοίχημα της παράδοσης σήμερα, όχι να μείνει ίδια, αλλά να συνεχίσει να σημαίνει κάτι, όχι να προστατευτεί από την αλλαγή, αλλά να υπάρξει μέσα σε αυτήν, γιατί μόνο τότε όταν γεμίζει ξανά με φωνές, με αδέξια βήματα και με ανθρώπους που δεν προσποιούνται, παύει να μοιάζει παλιά και αρχίζει ξανά να μοιάζει ζωντανή.-

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.