Στο κυβερνητικό επιτελείο αξιολογούν τις ανακατατάξεις στην Κεντροαριστερά και τα νέα πολιτικά σενάρια, εκτιμώντας ότι η πολυδιάσπαση της αντιπολίτευσης μπορεί να ενισχύσει τη δυναμική της Νέας Δημοκρατίας ενόψει των επόμενων εκλογικών αναμετρήσεων.
Η κυβέρνηση φαίνεται να χαράσσει σταδιακά τη στρατηγική της ενόψει της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης, με βασικό στόχο τη συσπείρωση της εκλογικής της βάσης και, τελικά, την επίτευξη αυτοδυναμίας της Νέας Δημοκρατίας. Στο Μέγαρο Μαξίμου αναλύονται προσεκτικά τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων, τα οποία αποτυπώνουν την εκτίμηση ψήφου για το κυβερνών κόμμα γύρω από το 30%.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στις ανακατατάξεις που διαμορφώνονται στο πολιτικό σκηνικό, με την εμφάνιση νέων κομμάτων αλλά και τη συζήτηση γύρω από τη πολιτική επανενεργοποίηση του Αλέξη Τσίπρα, εξέλιξη που – όπως εκτιμάται κυβερνητικά – εντείνει τον ανταγωνισμό για τη δεύτερη θέση με το ΠΑΣΟΚ.
Υπό αυτό το πρίσμα, το κυβερνητικό επιτελείο εντάσσει πλέον στο πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης, πέραν του Νίκου Ανδρουλάκη, και τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα. Στελέχη της κυβέρνησης εκτιμούν ότι η ύπαρξη ενός ισχυρού αντιπολιτευτικού πόλου λειτουργεί συσπειρωτικά για το κυβερνών κόμμα.
Παρότι κυβερνητικές πηγές διευκρινίζουν ότι ο Τσίπρας δεν αποτελεί σημείο αναφοράς σύγκρισης, είναι σαφής η πρόθεση επαναφοράς της κριτικής για τα πεπραγμένα της προηγούμενης περιόδου διακυβέρνησης, μια τακτική που – σύμφωνα με το Μαξίμου – είχε αποδώσει εκλογικά το 2019 και το 2023.
Σε δηλώσεις του, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης έκανε λόγο για επανάληψη της ρητορικής του κ. Τσίπρα πριν από τη διαδικασία «rebranding», ασκώντας κριτική στην απουσία, όπως υποστήριξε, κοστολογημένων και ολοκληρωμένων προτάσεων. Παράλληλα, σχολίασε ότι ο πρώην πρωθυπουργός προβάλλει ένα προφίλ χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.
Αναφορικά με το ΠΑΣΟΚ και τον Νίκο Ανδρουλάκη, κυβερνητικά στελέχη κατηγορούν την αξιωματική αντιπολίτευση για υιοθέτηση αντίστοιχης ρητορικής με αυτήν του Αλέξη Τσίπρα, αποδίδοντάς της στοιχεία λαϊκισμού και παροχολογίας. Όπως τονίζουν, η αντιπαράθεση αυτή εντάσσεται σε έναν ευρύτερο πολιτικό ανταγωνισμό για τη δεύτερη θέση και τη διαμόρφωση εναλλακτικών κυβερνητικών σχημάτων.
Στο εξής, το κυβερνητικό επιτελείο αναμένεται να εντείνει την πίεση προς την αντιπολίτευση, με έμφαση στην ανάδειξη διαφορών σε επίπεδο προγραμματικών θέσεων και κυβερνητικής αξιοπιστίας, επιδιώκοντας παράλληλα να διατηρήσει τον έλεγχο της πολιτικής ατζέντας.
Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση εμφανίζεται να επιμένει στον στόχο της αυτοδυναμίας, τον οποίο χαρακτηρίζει ρεαλιστικό με βάση τα τρέχοντα δημοσκοπικά δεδομένα. Προϋπόθεση, όπως αναφέρεται, αποτελεί η συνέχιση της υλοποίησης του κυβερνητικού προγράμματος και η παραγωγή απτών αποτελεσμάτων.
Παράλληλα, στον σχεδιασμό του Μεγάρου Μαξίμου περιλαμβάνεται και η προσπάθεια επαναπροσέγγισης ψηφοφόρων που στις προηγούμενες εκλογές στήριξαν τη Νέα Δημοκρατία, αλλά σήμερα εμφανίζονται να κινούνται προς τη δεξαμενή των αναποφάσιστων, στοιχείο που θεωρείται κρίσιμο για την τελική εκλογική επίδοση.
