Παναγιώτης Σταυρουλόπουλος: Ο Αχαιός στρατοπεδάρχης της ΕΛ.ΔΥ.Κ. που αντιμετώπισε ηρωικά το 1974 τον «Αττίλα 2»

15.08.2025

Το 2015 ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης, τον τίμησε για την προσφορά του στην Κύπρο. Τότε ο ίδιος είχε πει: «Εμείς στην Κύπρο δεν ηττηθήκαμε… προδοθήκαμε!»

Του Διονύση Ζακυνθινού

Ελάχιστοι γνωρίζουν πως το καλοκαίρι του 1974 στην Κύπρο και κατά την δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολή («Αττίλας 2») δόθηκε μια άνιση μάχη μεταξύ των λιγοστών υπερασπιστών του στρατοπέδου της Ελληνικής Δύναμης Κύπρου (ΕΛ.ΔΥ.Κ) και των υπεράριθμων δυνάμεων του Άτιτλα, η οποία μάλιστα  διδάσκεται στις μέρες μας στη Στρατιωτική Ακαδημία της Μεγάλης Βρετανίας.

Το τριήμερο 14-16 Αυγούστου 1974 ξεχασμένοι και εγκαταλελειμμένοι 318 υπερασπιστές της έδρας της ΕΛ.ΔΥ.Κ, αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και οπλίτες, είχαν το δικό τους ραντεβού με την ιστορία.

Ο Αχαιός Παναγιώτης Σταυρουλόπουλος ήταν ο τελευταίος στρατοπεδάρχης της ΕΛ.ΔΥ.Κ και ο άνθρωπος που με τους άνδρες του αντιμετώπισε σε μια επική μάχη υπέρτερες τουρκικές δυνάμεις που κατέλαβαν το ελληνικό στρατόπεδο μετά από πολλή προσπάθεια και εκατόμβη νεκρών- επειδή στα μετόπισθεν τους είχαν ξεγραμμένους.

Ποιος ήταν

Ο Παναγιώτης Σταυρουλόπουλος γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1925, στον Ψαθόπυργο. Προερχόταν από οικογένεια με στρατιωτική παράδοση. Το 1942 διέκοψε την παρακολούθηση των μαθημάτων του Γυμνασίου και εντάχθηκε στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης. Κατατάχθηκε στο λόχο του Θ.Δεδούση του 5/42 Συντάγματος του Εθνομάρτυρα Συνταγματάρχη Δημητρίου Ψαρρού, ο οποίος δολοφονήθηκε από τους κομμουνιστές, ενώ ο Σταυρουλόπουλος διασώθηκε καθώς την ημέρα της επιθέσεως των κομμουνιστών εναντίον του Συντάγματος απουσίαζε στην Πάτρα για υπόθεση της μονάδας του. Μετά από την απελευθέρωση της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα εισήχθη στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από την οποία αποφοίτησε το 1949 (Τάξις 1949Α’) και στη συνέχεια συμμετείχε στις τελευταίες επιχειρήσεις του Εθνικού Στρατού κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο, υπηρετώντας στη Φλώρινα, αρχικά ως Διμοιρίτης και στη συνέχεια ως Διοικητής Λόχου. Τραυματίσθηκε δύο φορές και παρασημοφορήθηκε για τη δράση και τον ηρωισμό του στην προάσπιση φυλακίου του Εθνικού Στρατού.

Το καλοκαίρι του 1961 μετατέθηκε στην Κύπρο, όπου υπηρέτησε ως Διοικητής Λόχου Τυφεκιοφόρων και στη συνέχεια ως Διοικητής Λόχου Βαρέων Όπλων, μέχρι το καλοκαίρι του 1963 όταν επέστρεψε με μετάθεση την Ελλάδα. Το καλοκαίρι του 1967 με τον βαθμό του ταγματάρχη αποφοίτησε από την Ανωτέρα Σχολή Πολέμου, ενώ στις αρχές του 1974 υπηρετούσε στο 2ο Επιτελικό Γραφείο του Αρχηγείου Στρατού με τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη.

Η άφιξη στην Κύπρο

Τον Ιούλιο του 1974 έκανε χρήση της κανονικής του άδειας όταν ειδοποιήθηκε ότι αυτή ανακλήθηκε και έπρεπε να συνοδεύσει τους νέους στρατιώτες που θα αντικαθιστούσαν την προηγούμενη σειρά της ΕΛ.ΔΥ.Κ. (Ελληνική Δύναμη Κύπρου). Η αναχώρηση ήταν προγραμματισμένη για τις 12 Ιουλίου με κατεύθυνση το λιμάνι της Αμμοχώστου στην Κύπρο. Η αναχώρηση καθυστέρησε για 24 ώρες και τελικά το πλοίο «Λέσβος» απέπλευσε από τις Κεχριές στις 10 το βράδυ της 13ης Ιουλίου. Στις 15 Ιουλίου, ενώ το «Λέσβος» κατευθυνόταν προς την Κύπρο, εκδηλώθηκε το κίνημα κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ και στις 16 Ιουλίου, ενώ βρισκόταν στα ανοιχτά της Λεμεσού, το πλοίο διατάχθηκε να αλλάξει πορεία και να επιστρέψει στα ελληνικά χωρικά ύδατα με προορισμό τη Λίνδο της Ρόδου. Στις 19 Ιουλίου το απόγευμα το Α/Γ «Λέσβος» έδεσε στο λιμάνι της Αμμοχώστου, όπου αποβιβάστηκαν οι νέοι στρατιώτες και στη συνέχεια επιβιβάστηκαν 450 στρατιώτες και αξιωματικοί, που ξεκίνησαν το ταξίδι της επιστροφής στην Ελλάδα. Το πρωί της 20ης Ιουλίου 1974, ενώ το πλοίο βρισκόταν 40 ναυτικά μίλια από την Πάφο έλαβε διαταγή να κινηθεί ανατολικά και να αποβιβάσει στη Λεμεσό τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς τους.

Η μάχη του Στρατοπέδου της ΕΛ.ΔΥ.Κ.

Στις 2 το μεσημέρι της 20ης Ιουλίου το πλοίο αγκυροβόλησε στην Πάφο και αποβίβασε με μικρά αποβατικά σκάφη τους ένστολους, που άρχισαν πεζοπορία μέσω του όρους Τρόοδος προς τη Λευκωσία για να ενισχύσουν τους νέους συναδέλφους τους. Επικεφαλής τους τέθηκε ο τότε αντισυνταγματάρχης Σταυρουλόπουλος και στην άφιξή τους είχε ολοκληρωθεί η πρώτη νυχτερινή επίθεση στο Κιόνελι. Στις 25 Ιουλίου 1974 ορίστηκε Διοικητής Τάγματος Επιστράτων στη Λάρνακα και στις 3 Αυγούστου του ίδιου χρόνου ανέλαβε Διοικητής του 252 Τάγματος Επιστράτων στη Βασιλεία.

Στις 10 Αυγούστου 1974, ο Σταυρουλόπουλος ορίστηκε υποδιοικητής της ΕΛΔΥΚ και στις 13 Αυγούστου στρατοπεδάρχης του Στρατοπέδου της ΕΛ.ΔΥ.Κ. το οποίο υπερασπίστηκε στη δεύτερη φάση της Τουρκικής εισβολής με δύο λόχους τυφεκιοφόρων, μέρος Λόχου Βαρέων όπλων και τον Λόχο Διοικήσεως.

Η προσπάθεια των Τούρκων για την κατάληψη του στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ, που κράτησε από τις 14 μέχρι και τις 16 Αυγούστου 1974, είχε ως αποτέλεσμα την αποτροπή της καταλήψεως της Λευκωσίας.

Στη διάρκεια της Μάχης του Στρατοπέδου 318 άνδρες της ΕΛ.ΔΥ.Κ. αντιμετώπισαν με επιτυχία περί τους 6.900 Τούρκους και Τουρκοκυπρίους στρατιώτες.

Λίγο πριν την εκεχειρία που συμφωνήθηκε το Ελληνικό Πυροβολικό της 187 Μοίρας διέκοψε τις ανασχετικές βολές του και τα Τουρκικά άρματα διέσπασαν την γραμμή Αμύνης του Λόχου Διοικήσεως στο Ύψωμα Β΄ σε σημείο εκτός του Στρατοπέδου. Προκειμένου να μην εγκλωβιστούν οι υπερασπιστές ο Σταυρουλόπουλος περί την 13.30 μετά το μεσημέρι διέταξε απαγκίστρωση εν ημέρα κάτω από την ισχυρή εχθρική πίεση.

Όπως διηγήθηκε ο Σταυρουλόπουλος: «….Στις 5.30 το πρωί έπεσε η πρώτη βόμβα NAPALM και μετά συνεχής βομβαρδισμός από πυροβολικό και αεροπορία. Στις 10.00 δεχτήκαμε συνδυασμένη επίθεση πεζικού και αρμάτων. Το κύριο μέρος της επίθεσης δέχτηκε ο 4ος λόχος και ο λόχος διοικήσεως, που βρισκόταν στο πλέον πεδινό μέρος. Ο λόχος διοικήσεως, άγνωστο ποιος τον διέταξε, έβαλε μπροστά τη διμοιρία μηχανικού, που αποτελείτο από έναν λοχαγό και 20 στρατιώτες.

Ο λοχαγός Σωτήρης Σταυριανάκος, παλικάρι με όλη τη σημασία της λέξεως, παρότι το σώμα του μηχανικού δεν είχε βέβαια την ίδια εκπαίδευση με το πεζικό, κατάφερε και κράτησε τα άρματα και το πεζικό των Τούρκων. Αποτέλεσμα ήταν να χάσει 16 από τους 20 άντρες του και να αποκεφαλιστεί ο ίδιος από βολή άρματος.

Με την κατάρρευση του λόχου διοικήσεως και με την πίεση που δέχονταν οι άλλοι λόχοι, η θέση μας ήταν πολύ δεινή. Από την προηγούμενη μέρα είχα πει σε όλους πως δεν θα αποχωρήσει κανένας, εάν δεν δώσω εγώ εντολή…».

Στη 1.30, το μεσημέρι της 16ης Αυγούστου, ο Σταυρουλόπουλος έδωσε εντολή να αρχίσει η σύμπτυξη. Ο επιλοχίας Κέδρος, με μια ομάδα 12 αντρών, έμεινε πίσω και θυσιάστηκε για να σωθούν όλοι οι συνάδελφοί του καλύπτοντας την υποχώρηση τους. Στην επική μάχη του στρατοπέδου της ΕΛ.ΔΥ.Κ. έχασαν την ζωή τους 56 αξιωματικοί, υπαξιωματικοί, ενώ 49 άνδρες καταγράφηκαν ως αγνοούμενοι, πολλοί από τους οποίους ταυτοποιήθηκαν με την μέθοδο D.N.A. και τα λείψανα τους αποδόθηκαν στους οικείους τους.

«Εμείς στην Κύπρο δεν ηττηθήκαμε… προδοθήκαμε!»

Ο Παναγιώτης Σταυρουλόπουλος παρέμεινε επικεφαλής της ΕΛ.ΔΥ.Κ. μέχρι τα μέσα του 1975 και την προαγωγή του στο βαθμό του συνταγματάρχη. Μετά την επιστροφή του από την Κύπρο ο Σταυρουλόπουλος μετατέθηκε σε ένα Τάγμα στην Κρήτη, που αποτελούνταν από 20 στρατιώτες, ενώ το 1977 αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του Ταξίαρχου, λόγω προαγωγής νεότερων του αξιωματικών. Αν και υπήρξε πρωταγωνιστής των γεγονότων στην Κύπρο ο Ταξίαρχος Σταυρουλόπουλος δεν κλήθηκε να καταθέσει στη διάρκεια των ανακρίσεων της Εξεταστικής Επιτροπής για τον «Φάκελο της Κύπρου». Η στολή του φυλάσσεται και κοσμεί την αίθουσα Σημαιών της Ελληνικής Δυνάμεως Κύπρου.

Ο Παναγιώτης Σταυρουλόπουλος έγραψε και δημοσίευσε το βιβλίο «Το Χρονικό της Μάχης της ΕΛΔΥΚ 14-16/8/1974», τον Ιανουάριο του 2016, το οποίο παρουσιάστηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2016 στο Δημαρχείο του Δήμου Καλλιθέας καθώς και την Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016. Το βιβλίο επιμελήθηκε ο ιστορικός ερευνητής Κωνσταντίνος Αλεξ. Δημητριάδης και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πελασγός».

Το 2015 ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης, τον τίμησε για την προσφορά του στην Κύπρο. Τότε ο ίδιος είχε πει: «Εμείς στην Κύπρο δεν ηττηθήκαμε… προδοθήκαμε!»

Ο Παναγιώτης Σταυρουλόπουλος πέθανε από ανακοπή καρδιάς τα ξημερώματα της Κυριακής 11 Ιουνίου 2017 στη Ραφήνα, όπου κατοικούσε.

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

Don't Miss

Τι απέγιναν οι δολοφόνοι των Ελληνοκυπρίων Ισαάκ και Σολωμού

Δύο στυγνές δολοφονίες μέσα σε χρονικό διάστημα μόλις τριών εικοσιτετραώρων

Νικόλαος Κατούντας: «Ο Λεωνίδας της Κερύνειας»

Ο Πατρινός λοχαγός που πολέμησε το 1974 ηρωικά στην Κύπρο