Επιστρέφει μη αισθανόμενος την ανάγκη να κάνει μια στοιχειώδη, έστω, αυτοκριτική για τα πεπραγμένα των ημερών της διακυβέρνησης του.
Του Διονύση Ζακυνθινού
Ο Φρανσουά Μιτεράν είχε πει πριν από πολλά χρόνια ότι «η πολιτική είναι η διαχείριση των συμβόλων». Με τη φράση αυτή ο αείμνηστος ηγέτης της Γαλλίας εννοούσε ότι πολιτική δεν ασκείται μόνο με νόμους και διοικητικές αποφάσεις. Ασκείται και μέσω εικόνων, τελετουργιών, αφηγήσεων και συλλογικών νοημάτων, που κάνουν μια κοινωνία να αισθάνεται ότι ανήκει κάπου και ότι η εξουσία έχει νομιμοποίηση.
Προφανώς, ο Ανδρέας Παπανδρέου, που γνώριζε πολύ καλά τον Μιτεράν, είχε κατά νου την εν λόγω φράση του και με καθοδηγητή τον Κώστα Λαλιώτη επιχείρησε να την μετουσιώσει σε πράξη στις μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις του ΠΑΣΟΚ, τη δεκαετία του ’80.
Ήταν, λοιπόν, το 1985 όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου σήκωσε στην εξέδρα της συγκέντρωσης του ΠΑΣΟΚ, στην Αθήνα, τη μικρή Αννούλα, η οποία εμφανίστηκε και σε αφίσες της εποχής, με το σλόγκαν «για ακόμη καλύτερες μέρες».
Κι ερχόμαστε στις μέρες μας. Ένα κορίτσι ντυμένο στα λευκά, η Ήρα, μετέφερε το μήνυμα του ονόματος του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα στην εξέδρα όπου βρισκόταν ο τέως πρωθυπουργός, ο οποίος μιμήθηκε για μια ακόμη φορά τον Παπανδρέου, ακόμη και στον τρόπο που κράτησε στο υψωμένο χέρι του το χαρτί με γραμμένο το όνομα του κόμματος του, όπως ακριβώς ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ παρουσίασε την ιδρυτική διακήρυξή του.
Αλλά και το όνομα που επέλεξε ο Τσίπρας για το νέο κόμμα του, το «ΕΛΑΣ», (Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη) βρίθει συμβολισμών, παρά το γεγονός ότι το αρκτικόλεξο του έγινε για προφανείς λόγους δεκτό με πολλά ειρωνικά σχόλια. Γραφιστικά, το «Α» είναι αυτό που ξεχωρίζει στο σήμα του, τονίζοντας ταυτόχρονα την ιδεολογική ταυτότητα του και τον προσανατολισμό του στα «Αριστερά».
Ωστόσο, ο τέως πρωθυπουργός, όχι μόνο δεν είναι καλός αντιγραφέας, αλλά προβάλει σαν ένα ξεπερασμένο, αναχρονιστικό, κακέκτυπο, που δε συμβαδίζει με την εποχή.
Παρωχημένος πολιτικός λόγος, γενικόλογες αναφορές με αριστερά στερεότυπα και μια «ξύλινη» γλώσσα συνθέτουν το (μη) αφήγημα του.
Και το χειρότερο όλων, είναι ότι επιστρέφει μη αισθανόμενος την ανάγκη να κάνει μια στοιχειώδη, έστω, αυτοκριτική για τα πεπραγμένα των ημερών της διακυβέρνησης του. Αυτονόητη, αλλά όχι για τον ίδιο, υποχρέωση του.
Καθ’ όλα θεμιτή η φιλοδοξία του να επανέλθει στην εξουσία, δεν φέρουμε καμία αντίρρηση, αλλά δεν πρόκειται να κυβερνήσει ξανά, διότι έχει κυβερνήσει…
