Έκαναν, απλώς, το καθήκον τους.
Του Διονύση Ζακυνθινού
Το βλέμμα του είναι βυθισμένο σε σκέψεις, ανακατεμένες με τραυματικές αναμνήσεις. Σού μιλάει, αλλά καταλαβαίνεις ότι το μυαλό του είναι αλλού. Αντιλαμβάνεσαι ότι αναλογίζεται αυτά που έζησε και που δεν περίμενε ότι θα ζούσε, αυτά που τού επιφύλασσε η μοίρα.
Πολέμησε στην Κύπρο το οδυνηρό καλοκαίρι του 1974. Ήταν ένας από τους λίγους που πρόταξαν τα στήθη τους στον «Αττίλα», που μάχονταν λυσσαλέα εναντίον των Τούρκων εισβολέων, προδομένοι, εγκαταλελειμμένοι. Και μεταπολεμικά, ακολούθησαν για τους ίδιους κι άλλες δυσάρεστες, τραυματικές, καταστάσεις. «Εσύ ήσουν τότε μικρός, δεν θα θυμάσαι ότι υπουργός Εργασίας ήταν ο Λάσκαρης. Δεν μού έδωσαν ένα βοήθημα 60.000 δραχμών γιατί μού έλειπαν τέσσερα ένσημα» αναφέρει με πικρία και προς στιγμήν το πρόσωπο του ανάβει, αστράφτει από αγανάκτηση. «Τους φώναξα ότι πρέπει να ντρέπονται» προσθέτει, ενώ κάποιοι γύρω μας κάνουν νόημα να χαμηλώσουμε τους τόνους, να μην θορυβούμε.
Όλα αυτά στη διάρκεια της εκδήλωσης μνήμης που συνδιοργάνωσαν, το 2018, η ΕΣΗΕΠΗΝ και ο Σύνδεσμος Αχαΐας – Κύπρου «ΑΧΑΙΩΝ ΑΚΤΗ» για την κυπριακή τραγωδία.
Εκείνη τη στιγμή βρίσκεται στο βήμα ο Γιώργος Βουρλιόγκας, αντιπρόεδρος του Συλλόγου Πολεμιστών Κύπρου 1974, Νομού Αχαΐας. Με στεντόρεια φωνή λέει ότι, τόσο αυτός όσο και όλοι που πολέμησαν στη Μεγαλόνησο, βρέθηκαν εκεί για να εκπληρώσουν τη στρατιωτική θητεία τους, όχι για να γίνουν ήρωες.
Έκαναν, απλώς, το καθήκον τους. Πολλοί σκοτώθηκαν, άλλοι τραυματίστηκαν βαριά, αρκετοί ακρωτηριάστηκαν, έκτοτε εκατοντάδες αγνοούνται. Όσοι κατάφεραν να επιβιώσουν και γύρισαν στην Ελλάδα, κουβάλησαν και τα ψυχικά τραύματα που τούς άφησε ένας άνισος και σκληρός πόλεμος, αντιμέτωποι καθημερινά με τους εφιάλτες τους. Οι περισσότεροι δεν τα ξεπέρασαν, κάποιοι κλείστηκαν για πολλά χρόνια σε ψυχιατρεία, αντιμέτωποι με το λεγόμενο «Σύνδρομο της Κύπρου».
Νέοι τότε, παλικάρια, στα πρόθυρα της τρίτης ηλικίας σήμερα, έδωσαν μια μεγάλη κι εξίσου επώδυνη μάχη για την επανένταξη τους στο κοινωνικό σύνολο, για να επιστρέψουν στους ρυθμούς μιας φυσιολογικής ζωής.
Θα έλεγε κανείς ότι τη χαριστική βολή στους μαχητές της Κύπρου ήλθε κι έδωσε η αδιαφορία της Πολιτείας απέναντι τους. Η μη έμπρακτη αναγνώριση της προσφοράς τους, η άρνηση της να τούς στηρίξει οικονομικά, ακόμη και με το επιχείρημα της έλλειψης ενσήμων. Όμως, τί να κάνουμε; Στα πεδία των μαχών δεν κολλάνε ένσημα για τους πολεμιστές, κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται.
Σε μια αποστροφή της ομιλίας του, ο Βουρλιόγκας λέει ότι «μνήμες δεν είναι μόνο οι ντουφεκιές». Ο συμπολεμιστής του και πρόσκαιρος συνομιλητής μας, δείχνει να συμφωνεί.
Άλλωστε, γι’ αυτούς τους ανθρώπους, οι μνήμες που δεν είναι τουφεκιές, ίσως να είναι πιο τραυματικές και από τις τουφεκιές, αυτές καθαυτές…
